Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Sonic Tantra Records - India

.: Sonic Tantra is a Psytrance music label based in India. Get ready, for a new form of magic energy in your life :.

http://www.sonictantra.com/

Universal Dance Records



Welcome to Universal Dance Records – a brand novel and innovative record label that recognises your years’ of hardwork. Imagine a world without boundaries where the universal language is Music, where you feel at home, a place where you are heard with attention and a have a team ready to react to help you achieve your goals and materialize your wishes.

Universal Dance Records spreads unbiased, across all genres of Electronic Dance Music, viz. IDM, Drum ‘n Bass, Dub Step, Minimal, Tech-house, Techno, Progressive, Psy-tech, Psytrance and its divisions or mixed styles.

Universal Dance Records launches itself, with its sole purpose of bringing to the public eye, fresh, talented emerging DJs/Artists from across the globe. Universal Dance Records is proud of its purpose, of conspiring to help upcoming talents get to the top.

Universal Dance Records is not only a label, is a team of people around the world that help you manage your bookings, promote you in 4 continents, administrate your music, help you with distribution and sales and is ready to do what is needed to make you grow as artist and position you in a higher step everytime.

https://www.facebook.com/groups/udrecords/

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Τα Ελευσίνια μυστήρια και ο Ομηρικός ύμνος προς την Θεά Δήμητρα

Ο Παυσανίας στα Αττικά αναφέρει σχετικά ότι γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ. διεξήχθησαν μακροχρόνιες μάχες μεταξύ Αθηναίων και Ελευσίνιων, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν ο στρατηγός των Ελευσίνιων, Ιμάραδος και ο βασιλιάς των Αθηναίων, Ερεχθεύς. Το ότι και οι δύο αντιμαχόμενοι βασιλείς έπεσαν στο πεδίο της μάχης υποδηλώνει την μεγάλη διάρκεια καθώς και την αγριότητα αυτών των μαχών. Οι Ελευσίνιοι τελικά ηττήθηκαν και η βασιλεία τους καταλύθηκε ενώ η πόλη τους προσαρτήστηκε στους νικητές και έγινε Αθηναϊκός δήμος.
Τα μυστήρια όμως υπήρχαν ήδη από εκείνη την εποχή και έτσι οι Αθηναίοι ανέλαβαν τη διοίκηση και την εποπτεία τους χωρίς όμως να αλλάξουν τον τόπο και τον τρόπο τέλεσης τους ενώ τα ιερατικά αξιώματα και η ευθύνη της διοργάνωσης των τελετών έμεινε στα χέρια των βασιλικών γενών της Ελευσίνας. Αυτό δείχνει τον σεβασμό των Αθηναίων προς τα μυστήρια αλλά και την μοναδική ιεροτελεστία που λάμβανε χώρα σε αυτά (μια άλλη άποψη που δε θα πρέπει να παραληφθεί είναι ο συνδυασμός των παραπάνω με το οικονομικό όφελος).

Από αυτή την ίδια εποχή πραγματοποιείται η λατρεία της Δήμητρας, ως θεάς της φύσης, της βλάστησης και ειδικά των σιτηρών, η οποία συνεχίζεται χωρίς διακοπή ως τα Ρωμαϊκά χρόνια. Η μεγάλη φήμη που αποκτά η Ελευσίνα λόγω των μυστηρίων καθώς και η μεγάλη προσέλευση των πιστών απαιτεί ανέγερση νέων ναών και το Ιερό της αποκτά Πανελλήνιο χαρακτήρα ενώ η πόλη αργότερα περιβάλλεται από ισχυρό τείχος.
Η επιμέλειά των Μυστηρίων από τους Αθηναίους έδωσε στα ελευσίνια μυστήρια μεγάλη αίγλη φτάνοντας στο απόγειο της ακμής τους κατά τη χρυσή εποχή της Αθηναϊκής δημοκρατίας, τον 5ο αιώνα π.Χ.. Οι Αθηναίοι φρόντισαν να «διαφημίσουν» τα μυστήρια μέσο επιφανών ξένων που μυήθηκαν σε αυτά όπως ο Ηρακλής ο Ασκληπιός και οι Διόσκουροι, κατορθώνοντας να προσελκύσουν μεγάλο πλήθος Ελλήνων από τη μαύρη θάλασσα και την Αίγυπτο μέχρι την Ιταλία και τη Μεσοποταμία. Συμπληρωματικά και μετά το δεύτερο έτος κάθε Ολυμπιάδας οι Ελευσίνιοι ιερείς διεξήγαγαν μια εξαιρετικής λαμπρότητας εορτή που λεγόταν πενταετηρίδα και κάθε πρώτο και τρίτο έτος μετά την Ολυμπιάδα την τριετηρίδα που ήταν πανελλήνιες πανηγύρεις-συγκεντρώσεις με διεξαγωγή γυμνικών αγώνων που ως έπαθλο οι νικητές είχαν την ετήσια ποσότητα κριθαριού από το Ράδιο πεδίο. Αργότερα στην κλασική και ρωμαϊκή εποχή ιδρύονται σπουδαία και λαμπρά οικοδομήματα που τελικά ισοπεδώνονται με την επιβολή του Χριστιανισμού και την επιδρομή των μισθοφόρων Οστρογότθων.

Ο μύθος

Ο Ομηρικός ύμνος προς τη Θεά Δήμητρα είναι χωρίς αμφισβήτηση ένας από τους ωραιότερους και πιο δραματικούς ύμνους που εξιστορεί, το δράμα των δύο θεαίνων της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης.
Σε αυτόν το μύθο η φαντασία αποκτά λειτουργική υπόσταση που για τους μυημένους αναμειγνύεται με την εμπειρία ή την έως τότε γνώση των πραγμάτων, δηλαδή της πρώιμης εκείνης επιστήμης, καθώς τους προσφέρει μια εσωτερική μεταμόρφωση. Κυρίως τους μεταμορφώνει σε άτομα που μετά τη μύηση φέρεται ότι έχουν θέσει σοβαρές βάσεις για τη περαιτέρω ζωή τους καθώς και τους προετοιμάζει για το μέγα θέμα της μετά του θανάτου πορείας.
Η νεαρή Περσεφόνη κόρη της Θεάς Δήμητρας καθώς κάποια ημέρα έπαιζε με τις Ωκεανίδες νύμφες στον ανθισμένο αγρό του Νύσιου πεδίου, θαμπώθηκε από τη θέα και τη πανέμορφη μυρωδιά ενός ανθισμένου ναρκίσσου.
Αυτός ο νάρκισσος ήταν τον ωραιότερο και το πιο ευωδιαστό άνθος ανάμεσα στα υπέροχα ρόδα τούς κρόκους τους υάκινθους και τις ίριδες που υπήρχαν στη περιοχή και χωρίς δεύτερη σκέψη άπλωσε το χέρι της για να τον κάνει δικό της.
Ξαφνικά κρότος ακούγεται δυνατός και σείεται όλη η γη καθώς ρήγμα βαθύ εμφανίζεται, ρήγμα που σχίζει τη γη στα δυο, μέχρι τα βάθη της τα υγρά και μουχλιασμένα τάρταρα και πάνω στο χρυσό του άρμα που έσερναν τα αθάνατα του άλογα, εμφανίζεται μαυροντυμένος ο κοκκινομάλλης Άδης, ο φοβερός θεός του κάτω κόσμου ο οποίος με γρήγορες κινήσεις αρπάζει την Περσεφόνη και την μεταφέρει στο σκοτεινό Βασίλειο των νεκρών. Η ομορφιά της κόρης θάμπωσε τον σκοτεινό θεό που είχε ήδη αποφασίσει για να την κάνει βασίλισσά του. Μεγάλη κραυγή έβγαλε από μέσα της τότε η Κόρη καλώντας το πατέρα της τον γιο του Κρόνου Δια, αλλά προς μεγάλη ατυχία της αυτός είχε αλλού στραμμένη τη προσοχή του. Κανείς θνητός δεν είδε, παρά μόνο η θεά Εκάτη άκουσε τη κραυγή και ο παντεπόπτης Ήλιος είδε το όλο συμβάν.
Ένας μικρός απόηχος όμως αντήχησε στα βουνά και απ τα βάθη των ωκεανών εξοστρακίστηκε κι έφτασε μέχρι τον Όλυμπο εκεί που βρίσκονταν η μητέρα της η Δήμητρα αναταράζοντας τα σωθικά της. Αμέσως η θεά εμφανώς τρομαγμένη, γεμάτη μητρική ανησυχία ορμάει σα γεράκι απ’ τα παλάτια των θεών και άρχισε να την αναζητά σε γη και θάλασσα.
Μαυροντυμένη, κρατώντας αναμμένες δάδες αναζητούσε τη Κόρη της Εννέα ολόκληρα μερόνυχτα μάταια όμως. Έψαχνε στη γη και τον ουρανό διέσχιζε τα λαγκάδια και τις ρεματιές, δίπλα στις όχθες των ποταμών και των θαλασσών χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Σε όλη τη περιπλάνηση νηστική και ανήσυχη δεν έτρωγε πλέον αμβροσία, ούτε με νέκταρ ξεδιψούσε, δε λουζόταν, δεν μιλούσε σε κανέναν και μεταμορφωμένη σε μαυροντυμένη γριά αναζητούσε τη Περσεφόνη αφήνοντας το πένθος της έκδηλο σε κάθε της βήμα.
Τη δέκατη ημέρα, συνοδευόμενη από την θεά Εκάτη που της στάθηκε αρωγός και λόγο του σεβασμού και της συμπάθειας που έτρεφε για αυτήν ο Ήλιος, έμαθε από αυτόν αυτό που εκείνη δεν είχε δει, ότι ο Άδης δηλαδή ο αδελφός της, γιος της ίδιας μάνας, άρπαξε τη κόρη της με τη συγκατάθεση του Δία.
Αμέσως η Δήμητρα καταβεβλημένη και στενοχωρημένη βουτηγμένη ολόκληρη στο πείσμα από τη προδοσία, εγκατέλειψε τους οίκους των θεών στον Όλυμπο και περιπλανώμενη ανάμεσα στους θνητούς έφθασε στη μικρή πόλη της Ελευσίνας. Με θλιμμένη τη ψυχή της έκατσε να ξαποστάσει σε μια μεγάλη πέτρα κάτω από τη σκιά μίας ελιάς δίπλα από το πηγάδι. Αυτό το πηγάδι κατά τον Παυσανία ονομαζόταν παρθένιο φρέαρ και ήταν τόπος συνάθροισης για τις παρθένες της πόλης. Το φρεάτιο αυτό τελικά έδινε στους κατοπινούς μύστες αλλά και συνεχίζει να δίνει μέχρι σήμερα μια μεγάλη αίσθηση της ιστορικότητας αφού ήταν το σημείο εστίασης για την έναρξη των τελετουργικών χορών στους εορτασμούς.
Ας δούμε πως εξιστορεί ο Όμηρος με τους στίχους του όλη τη σκηνή, φανερώνοντας μας την τραγική κατάσταση την οποία βρισκόταν η θεά:

«Εννήμαρ μέν έπειτα κατά χθόνα πότνια Δηώ
στρωφάτ΄, αιθομένας δαιδας μετά χερσίν έχουσα,
ουδέποτ΄άμβροσίης καί νέκταρος ήδυπότοιο
πάσσατ΄άκηχεμένη,ουδέ χρόα βάλλετο λουτροίς.»
…ενώ καθώς φθάνει στην Ελευσίνα:
«Έζετο δ΄εγγύς όδοίο φίλον τετιημένη ήτορ,
Παρθενίω φρέατι,ένθα ύδρε΄υοντο πολίται,
Έν σκιή,αυτάρ ύπερθε πεφύκει θάμνος ελαίης,
………………………………………………………………..
ένθα καθεζόμενη προκατέσχετο χερσί καλύπτρην,
δηρόν δ΄άφθογγος τετιημένη ήστ΄επί δίρφου,
ουδέ τιν΄ούτ΄έπει προσπτύσσετο ούτε τι έργω,
άλλ’ άγέλαστος, άπαστος εδητύος ηδέ ποτήτος
ήστο, πόθω μινύθουσα βαθυζώνοιο θυγατρός.»

Σε αυτή τη φοβερή κατάσταση τη γεμάτη απέραντη θλίψη και πένθος βρήκαν την θεά οι τέσσερις παρθένες, η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη η μεγαλύτερη από τις κόρες του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, την ώρα που πήγαιναν στο πηγάδι για να γεμίσουν με νερό τις χάλκινες υδρίες τους.
Η Δήμητρα αν και μεταμορφωμένη σε γριά και εμφανώς ταλαιπωρημένη εξέπεμψε αμέσως συμπάθεια και σεβασμό στις κόρες, οι οποίες άρχισαν να τη ρωτούν για το ποία ήταν και ποίος ο λόγος που την έφερε στη πόλη τους έξω από το παλάτι του πατέρα τους Κελεού. Η θεά, αποκρύπτοντας την ταυτότητά της, αποκρίθηκε πως ονομαζόταν Δώς και καταγόταν από την Κρήτη. Είχε αιχμαλωτιστεί από ληστές, και είχε δραπετεύσει από τον Θορικό. Κοιτώντας στα μάτια τις κόρες του βασιλιά τις παρεκάλεσε να υπηρετήσει σε ένα σπίτι της Ελευσίνας, σύμφωνα με τις δυνάμεις της και όπως αρμόζει σε μια γυναίκα της ηλικίας της να μεγαλώσει κάποιο παιδί, αν κάποιος φυσικά της το εμπιστευόταν.
Εκείνες αμέσως την κάλεσαν στην βασιλική οικία τους και πρώτη από όλες η πιο όμορφη η Καλλιδίκη ανάλαβε πρωτοβουλία ώστε να την γνωρίσουν στη μητέρα τους τη Μετάνειρα με σκοπό τη ανατροφή του μικρού αδελφού τους.
Καθώς έφτασαν στο βασιλικό τους δώμα η μάνα τους και μητέρα του μικρού Δημοφώντα είδε με συμπάθεια τη μεταμορφωμένη θεά και δεν έφερε αντίρρηση στην ανάθεση της ανατροφής του υιού της. Τα λόγια της Δήμητρας προς τη Μετάνειρα ήταν λιτά και μετρημένα καθώς η στενοχώρια της για το χαμό της Κόρης επηρέαζε τα έξω και τα μέσα της. Η θλίψη είχε σμιλέψει βαθιά το πρόσωπο της.
Μια εκ των γυναικών που υπηρετούσαν τη βασίλισσα και ονομάζονταν Ιάμβη κατόρθωσε τελικά λέγοντας της αστεία και κάνοντας κωμικές χειρονομίες να φέρει πάλι πίσω ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη της θεάς. Εν τούτοις δεν δέχθηκε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί που της πρόσφερε η Μετάνειρα και ζήτησε να της δοθεί ο “κυκεών” ένα περίεργο ποτό από κριθάλευρο νερό και μίνθη (μέντα), που έθεσε τέρμα στη πολυήμερη αποχή της από την τροφή.
Η Δήμητρα νιώθοντας υποχρέωση προς τη βασιλική οικογένεια αποπειράθηκε να καταστήσει τον Δημοφώντα αθάνατο, τρέφοντάς τον με αμβροσία και βάζοντάς τον κρυφά τη νύχτα σε φωτιά, προκειμένου να καταστρέψει τις θνητές σάρκες του. Ο μικρός Δημοφώντας αναπτύσσονταν ταχύτατα και αυτό έβαλε σε σκέψεις τη Μετάνειρα που παραμονεύοντας ένα βράδυ, είδε τη θεά να κρατά τον γιο της πάνω απ τη φωτιά και νομίζοντας ότι προσπαθεί να τον κάψει, μπήκε στο δωμάτιο φωνάζοντας προς τη γριά. Το έργο όμως της αθανασίας του Δημοφώντα όπως και στη περίπτωση ενός άλλου ήρωα του Αχιλλέα δε πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Ίσως η αποτυχία στις δύο αυτές αλλά και σ άλλες περιπτώσεις, υποδηλώνει ότι η αθανασία επιτυγχάνετε μόνο από τη ψυχή και όχι από το σώμα. Να μια ουσιώδης πρώτη διδαχή που έμελλε να περάσει μυστικά μέσα από τα μυστήρια.
Η μαυροντυμένη δυστυχής γριά μεταμορφώθηκε και πάλι στη πανίσχυρο θεά περιβαλλόμενη απ’ τη θεία λάμψη προδίδοντας τη θεία δύναμη της δια της οποίας γονιμοποιούσε τη γη και έδινε τον σίτο εις τους ανθρώπους, λέγοντας κατά τον Όμηρο τα εξής:

«Είμί δέ Δήμητηρ τιμάοχος, ήτε μέγιστον
άθανάτοις θνήτοισί τ΄όναρ καί χάρμα τέτυκται.
Άλλ΄ άγε μοι νηόν τε μέγαν καί βωμόν ύπ΄αύτώ
Τευχόντων πάς δήμος ύπαί πόλιν αίπύ τε τείχος,
Καλλίχορου καθύπερθεν, επί προύχοντι κολονώ.
Όργια δ΄αυτή έγών ύποθήσομαι, ώς άνέπειτα
Εύαγέως έρδοντες έμόν νόον ίλάσκοισθε.»

Η θεά αποκαλυμμένη απαιτεί από τον Κελεό να της κτίσει ένα ναό πάνω από το καλλίχορο φρέαρ. Εκεί αποσύρετε και δεν αφήνει κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Οι θνητοί σταματάνε να προσφέρουν πλέον θυσίες στους θεούς. Η γη έπαψε να βλαστάνει και κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από προσώπου γης. Ο Δίας φανερά δυσαρεστημένος από τη τραγική εξέλιξη στέλνει τους Ολύμπιους θεούς να παρακαλέσουν την Δήμητρα να μεταβάλει τη γνώμη της και να επιστρέψει στον Όλυμπο. Εκείνη αρνείται και ο Δίας τότε στέλνει τον Ερμή στον ’δη να φέρει πίσω τη κόρη στη Δήμητρα.
O Ερμής, ύστερα από διαταγή του Δία, έφτασε στο βασίλειο των νεκρών, ζητώντας από τον Πλούτωνα να επιτρέψει την επιστροφή της Περσεφόνης στη μητέρα της. Ο Άδης προσποιούμενος ότι λαμβάνει υπ όψη του τις διαταγές του Δία αφήνει τη Περσεφόνη να επιστρέψει στη μητέρα της, αφού πρώτα της δίνει να δοκιμάσει κόκκους ροδιάς ξέροντας ότι αυτό θα τη κρατήσει κοντά του για το ένα τρίτο του έτους. Έπειτα ο βασιλιάς του κάτω κόσμου δίνει το άρμα του στον Ερμή να ανεβάσει τη Περσεφόνη στα υπέργεια παλάτια του Κελεού.
Η Δήμητρα ντυμένη μαινάδα δέχεται τη κόρη στο ναό της, αν και η χαρά της δεν κράτησε πολύ, γιατί όταν η θεά πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε αναγκασθεί να φαει ρόδι πριν επιστρέψει στην Ελευσίνα, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της. Με την επέμβαση της Ρέας συμφώνησαν οι θεοί να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στο σύζυγό της Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και αφήνει πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν ως ένδειξη ικανοποίησης για την επιστροφή της Περσεφόνης.

Στη γιορτή αυτή συμμετέχει και η Εκάτη που εξ αρχής είχε βοηθήσει τη Δήμητρα στην ανεύρεση της Περσεφόνης.
Εξευμενισμένη η Δήμητρα προτού επιστρέψει στην οικία των θεών, νιώθοντας βαθιά ευγνώμων στους Ελευσίνιους για τη φιλοξενία τους, δίδαξε στα μέλη των τεσσάρων βασιλικών οικογενειών, τον Τριπτόλεμο, τον Εύμολπο τον Διοκλή, και τον Κελεό, τα μυστήρια της λατρείας της τα σεμνά όργια που βασίζονταν στο ιερό δράμα και τα οποία αξίωσε να τελούν κάθε χρόνο προς τιμή και ανάμνηση Αυτής μέσα στο ναό τον οποίο ανέγειραν γι αυτό το σκοπό.Η θεά αξίωσε επίσης απόλυτη μυστικότητα, υποσχόμενη σαν αντάλλαγμα αιώνια ευημερία στην πόλη, λέγοντας τους ότι τα μυστήρια αυτά θα ήταν τα ύψιστα σε σχέση με την πνευματική και ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου καθώς επίσης ότι θα τον προετοίμαζαν για τη μετά θάνατον μακαριότητα.

Το πρώτο σημείο πού έσπειραν τα δημητριακά ήταν έξω από την Ελευσίνα και προς τα Μέγαρα το ονομαζόμενο Ράριο πεδίο. Ο ήρωας Ράρος ήταν παππούς η πατέρας του Τριπτόλεμου. Εκεί στο κτήμα του Ράρου υπήρξε και το πρώτο ιερό αλώνι με βωμό αφιερωμένο στον Τριπτόλεμο, όπου κατασκεύαζαν τους πλακούντες οι οποίοι στη συνέχεια θα αφιερώνονταν στους θεούς των μυστηρίων. Μετά το Ράριο σπάρθηκε το Θριάσιο πεδίο και ο Τριπτόλεμος ανέλαβε να μεταφέρει τη γνώση στους ανθρώπους σχετικά με τη καλλιέργεια της γης, τη σπορά και το θερισμό του σίτου καθώς και τη παρασκευή του άρτου. Ως δάσκαλος εξ ουρανών συνέβαλλε τα μέγιστα στην κατανόηση των ανθρώπων για την αξία της ήμερης τροφής, που τόσο είχε να κάνει με τον πολιτισμό και την υλική ευημερία του.

Οδυσσεια - Πληρες Κειμενο



Οδύσσεια



Μετά την επίκληση στη Μούσα και τον καθορισμό του θέματος ο ποιητής, αρχίζοντας, τοποθετεί τον Οδυσσέα στον προτελευταίο σταθμό των περιπλανήσεών του, στο νησί Ώγυγία, όπου ή νύμφη Καλυψώ τον κρατούσε άθελα του επτά ολόκληρα χρόνια. Έκτος από τον Ποσειδώνα, που τον εχθρεύεται, γιατί είχε τυφλώσει τον γιο του Πολύφημο, οι άλλοι θεοί τον λυπούνται. Και ένα πρωί, το πρώτο της Οδύσσειας, καθώς ο Ποσειδών απουσιάζει, ή Αθηνά αποσπά από τον Δία την υπόσχεση να ειδοποιήσουν την Καλυψώ ότι πρέπει να αφήσει τον Οδυσσέα ελεύθερο. Ή ίδια, με τη μορφή θνητού, έρχεται εν τω μεταξύ στην Ιθάκη και συμβουλεύει τον Τηλέμαχο, τον γιο του 'Οδυσσέως, να συγκαλέσει συνέλευση του λαού και να παραπονεθεί για τη διαγωγή των μνηστήρων της μητέρας του, έπειτα να ταξιδέψει στην Πύλο και στη Σπάρτη, μήπως μάθει τίποτε για τον Οδυσσέα. 


Και τα αλλά κύρια πρόσωπα του εργου - έξω από τον Οδυσσέα τον ίδιο - προβάλλονται από την αρχή: οι ατάσθαλοι μνηστήρες, που διασπαθίζουν την περιουσία του Οδυσσέως, και ή Πηνελόπη, που θρηνεί αδιάκοπα τον άνδρα της (ραψωδία α). Την άλλη μέρα γίνεται ή συνέλευση, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί ούτε οι μνηστήρες δέχονται να φύγουν από το παλάτι, παρά τα σημάδια που στέλνει ο Ζευς και την προειδοποίηση του μάντη Άλιθέρση, ούτε οι Ιθακήσιοι τολμούν να επέμβουν. Την ίδια νύχτα ο Τηλέμαχος, συνοδευόμενος από τη μεταμορφωμένη πάλι σε θνητό Αθηνά, ξεκινά κρυφά για την Πύλο (β). Ξημερώνοντας τους υποδέχεται εκεί ο Νέστωρ, δεν γνωρίζει όμως τίποτε ουσιαστικό για τον 'Οδυσσέα. Γι' αυτό παρακινεί τον νέο να συναντήσει στη Σπάρτη τον Μενέλαο, που έχει γυρίσει σχετικά πρόσφατα. 


Έπειτα ή Αθηνά φεύγει με τρόπο θαυμαστό, αφήνοντας να καταλάβουν τη θεία ύπόστασή της. Το άλλο πρωί ο Τηλέμαχος, με συντροφιά ένα γιο του Νέστορος, ξεκινά για τη Σπάρτη (γ), όπου φθάνουν το άλλο βράδυ. Εκεί βρίσκουν εγκάρδια φιλοξενία, και ο Μενέλαος ανακοινώνει στον νέο ότι, όπως είχε ακούσει πριν από πoλυν καιρό από τον θεό Πρωτέα, τον Οδυσσέα τον κρατούσε κοντά της ή Καλυψώ στο ερημικό νησί της. 


Απότομα μεταφερόμαστε στην Ιθάκη, οι μνηστήρες και ή Πηνελόπη μαθαίνουν τυχαία την αναχώρηση του Τηλέμαχου. Τη μητέρα του την καθησυχάζει ένα θεϊκό όνειρο, ενώ οι μνηστήρες αποφασίζουν να του στήσουν ενέδρα σε ένα κοντινό νησί (δ). Το άλλο πρωί έρχεται ο Έρμης στην Καλυψώ, πού, αναγκασμένη να συμμορφωθεί, βοηθάει τον ήρωα να κατασκευάσει μέσα σε τέσσαρες ήμέρες σχεδία. 


Ό Οδυσσεύς ταξιδεύει, αλλά πάνω στις δεκαοκτώ μέρες ο Ποσειδών του διαλύει τη σχεδία. Κολυμπώντας κατορθώνει, ύστερα από δύο ημερονύκτια, να φθάσει στο νησί των Φαιάκων (ε). Το άλλο απόγευμα τον βρίσκει ή Ναυσικά, ή βασιλοπούλα του τόπου, και τον οδηγεί να πάει στο παλάτι του πατέρα της Αλκίνοου (ζ). Εκείνος τον φιλοξενεί εγκάρδια και υπόσχεται να τον βοηθήσει να γυρίσει, χωρίς πια αλλά βάσανα, στην πατρίδα του (η). Την επόμενη συνεχίζεται ή φιλοξενία στον άγνωστο ναυαγό, και μόλις το βράδυ ο ήρωας φανερώνει το όνομά του μπροστά στους Φαίακες άρχοντες και αρχίζει να ιστορεί τα πάθη του. Οι περιπέτειές του δίνονται ,άλλες σύντομα, άλλες πλατιά, στους Κίκονες, στους Λωτοφάγους, στον Πολύφημο, στον Αίολο, στους Λαιστρυγόνες, όπου χάνονται όλα τα καράβια του εκτός από το δικό του με το πλήρωμά του, στην Κίρκη,(κ) στον Άδη (λ), στις Σειρήνες, στη Σκύλλα, στη Χάρυβδη, στην Τρινακρία.


Εκεί οι σύντροφοί του, δαμασμένοι από την πεινά, σφάζουν τις αγελάδες του Ήλιου. Γι' αυτό, μόλις ξεκινούν, ο Ζευς κεραυνώνει το πλοίο, και είναι μόνο ο Οδυσσεύς που γλιτώνει ύστερα από εννέα ήμερων θαλασσοδαρμό στην Ώγυγία, όπου τον φιλοξενεί ή Καλυψώ και γυρεύει έπειτα - άδικα - να τον κρατήσει για πάντα κοντά της με την υπόσχεση να τον κάνη αθάνατο. Τη μακροχρόνια παραμονή του στο νησί της και το πρόσφατο ναυάγιό του τα είχε διηγηθεί από την πρώτη ήδη βράδια στον Αλκίνοο (μ). Με τη διήγησή του μαγεύει όλους τους Φαίακες, που την άλλη μέρα θα τιμήσουν τον ξακουστό ξένο τους με καινούργια δώρα. Το ίδιο βράδυ ξεκινά ένα από τα θαυμαστά καράβια τους, που βρίσκουν το δρόμο μοναχά τους, για να τον μεταφέρει στην πατρίδα του. Το άλλο πρωί οι ναύτες τον ακουμπούν κοιμισμένο σε μια έρημη ακρογιαλιά της Ιθάκης και φεύγουν. Ξυπνώντας ο Οδυσσεύς βρίσκει την Αθηνά, που τον κατατοπίζει για τους νέους αγώνες που τον περιμένουν, έπειτα τον μεταμορφώνει σε ζητιάνο και τον στέλνει στην καλύβα του Εύμαιου, του πιστού χοιροβοσκού του, έξω από την πόλη (ν).


Ό Εύμαιος φιλοξενεί τον άγνωστο ζητιάνο (ξ). Εν τω μεταξύ ο Τηλέμαχος, παρακινημένος από την Αθηνά, φεύγει από τη Σπάρτη και φθάνοντας στην Πύλο ξεκινά αμέσως με το καράβι του. Ό Οδυσσεύς περνάει μια δεύτερη ήμέρα ατού Εύμαιου, βρίσκοντας την ευκαιρία να δοκιμάσει την πίστη του δούλου του και να μάθη νέα για τους δικούς του.


Το άλλο πρωί, ξεφεύγοντας την ενέδρα, αποβιβάζεται και ο Τηλέμαχος σε ένα ακρογιάλι της Ιθάκης και πηγαίνει ατού Εύμαιου (ο). Εκεί, την ώρα που ο βοσκός φεύγει, για να ειδοποιήσει την Πηνελόπη ότι ο γιος της γύρισε, αναγνωρίζει τον πατέρα του (π). Την άλλη μέρα φεύγει για την πόλη ο Τηλέμαχος και λίγο αργότερα ο Οδυσσεύς με τον Εύμαιο.


Στο παλάτι ο νέος συμπεριφέρεται στον πατέρα του με καλοσύνη, όπως σε ζητιάνο, οι μνηστήρες όμως τον προσβάλλουν κάθε τόσο (ρ). Με την έμπνευση της θεάς ή Πηνελόπη δηλώνει μπροστά στους άνδρες ότι ήλθε ή ώρα, τώρα που ο γιος της μεγάλωσε και ο Οδυσσεύς έχει χαθεί, να παντρευθη άλλον. Γυρεύει όμως δώρα από όλους κατά τη συνήθεια. Οι μνηστήρες δέχονται και ο Οδυσσεύς, πάντοτε αγνώριστος, χαίρεται με την εξυπνάδα της (σ). 


Αργότερα ο Οδυσσεύς συναντά την Πηνελόπη μόνη και τη βεβαιώνει ότι ο άνδρας της θα γυρίσει γρήγορα, χωρίς όμως να την πείσει. Ή γρια Ευρύκλεια, ή σκλάβα που τον είχε αναθρέψει, καθώς του πλένει τα πόδια, τον αναγνωρίζει από ένα σημάδι στον μηρό, εκείνος όμως της επιβάλλει σιγή. Ανυποψίαστη ή Πηνελόπη του ανακοινώνει ότι απεφάσισε να καλέσει την άλλη μέρα τους μνηστήρες σε αγώνα με το τόξο του Οδυσσέως, ώστε να διαλέξει για άνδρα της τον πιο δυνατό (τ). 


Ή νύχτα περνάει ανήσυχη και για τον 'Οδυσσέα και για την Πηνελόπη. Ωστόσο τα ευοίωνα σημάδια πληθαίνουν (υ). Ό αγώνας αρχίζει, άδικα όμως δοκιμάζουν οι μνηστήρες να σύρουν το τόξο. Στο τέλος το παίρνει με πονηριά ο Οδυσσεύς, το τεντώνει (φ) και αρχίζει τον φόνο. Τον παραστέκουν, εκτός από τον γιο του, οι δούλοι Εύμαιος και Φιλοίτιος, που πριν από λίγο είχαν αναγνωρίσει τον κύριό τους. Δεν περνά πολλή ώρα και οι μνηστήρες έχουν σκοτωθεί (χ).


Ακολουθεί με πολλές δραματικές διακυμάνσεις ή αναγνώριση του Οδυσσέως από την Πηνελόπη. Το πρωί ο ήρωας πηγαίνει στο κτήμα (ψ) και αναγνωρίζεται από τον πατέρα του Λαέρτη. Εν τω μεταξύ οι συγγενείς των σκοτωμένων ξεσηκώνονται. Ακολουθεί μάχη, όπου αριστεύει ο Λαέρτης. Στο τέλος όμως, με τη μεσολάβηση της Αθηνάς, οι αντίμαχοι συμφιλιώνονται.

Συνδεσμοι προς το πληρες κειμενο , μεταφρασμενο στην δημοτικη

























Odyssey - Full English Text



T en years have passed since the fall of Troy, and the Greek hero Odysseus still has not returned to his kingdom in Ithaca. A large and rowdy mob of suitors who have overrun Odysseus’s palace and pillaged his land continue to court his wife, Penelope. She has remained faithful to Odysseus. Prince Telemachus, Odysseus’s son, wants desperately to throw them out but does not have the confidence or experience to fight them. One of the suitors, Antinous, plans to assassinate the young prince, eliminating the only opposition to their dominion over the palace.

Unknown to the suitors, Odysseus is still alive. The beautiful nymph Calypso, possessed by love for him, has imprisoned him on her island, Ogygia. He longs to return to his wife and son, but he has no ship or crew to help him escape. While the gods and goddesses of Mount Olympus debate Odysseus’s future, Athena, Odysseus’s strongest supporter among the gods, resolves to help Telemachus. Disguised as a friend of the prince’s grandfather, Laertes, she convinces the prince to call a meeting of the assembly at which he reproaches the suitors. Athena also prepares him for a great journey to Pylos and Sparta, where the kings Nestor and Menelaus, Odysseus’s companions during the war, inform him that Odysseus is alive and trapped on Calypso’s island. Telemachus makes plans to return home, while, back in Ithaca, Antinous and the other suitors prepare an ambush to kill him when he reaches port.

On Mount Olympus, Zeus sends Hermes to rescue Odysseus from Calypso. Hermes persuades Calypso to let Odysseus build a ship and leave. The homesick hero sets sail, but when Poseidon, god of the sea, finds him sailing home, he sends a storm to wreck Odysseus’s ship. Poseidon has harbored a bitter grudge against Odysseus since the hero blinded his son, the Cyclops Polyphemus, earlier in his travels. Athena intervenes to save Odysseus from Poseidon’s wrath, and the beleaguered king lands at Scheria, home of the Phaeacians. Nausicaa, the Phaeacian princess, shows him to the royal palace, and Odysseus receives a warm welcome from the king and queen. When he identifies himself as Odysseus, his hosts, who have heard of his exploits at Troy, are stunned. They promise to give him safe passage to Ithaca, but first they beg to hear the story of his adventures.

Odysseus spends the night describing the fantastic chain of events leading up to his arrival on Calypso’s island. He recounts his trip to the Land of the Lotus Eaters, his battle with Polyphemus the Cyclops, his love affair with the witch-goddess Circe, his temptation by the deadly Sirens, his journey into Hades to consult the prophet Tiresias, and his fight with the sea monster Scylla. When he finishes his story, the Phaeacians return Odysseus to Ithaca, where he seeks out the hut of his faithful swineherd, Eumaeus. Though Athena has disguised Odysseus as a beggar, Eumaeus warmly receives and nourishes him in the hut. He soon encounters Telemachus, who has returned from Pylos and Sparta despite the suitors’ ambush, and reveals to him his true identity. Odysseus and Telemachus devise a plan to massacre the suitors and regain control of Ithaca.

When Odysseus arrives at the palace the next day, still disguised as a beggar, he endures abuse and insults from the suitors. The only person who recognizes him is his old nurse, Eurycleia, but she swears not to disclose his secret. Penelope takes an interest in this strange beggar, suspecting that he might be her long-lost husband. Quite crafty herself, Penelope organizes an archery contest the following day and promises to marry any man who can string Odysseus’s great bow and fire an arrow through a row of twelve axes—a feat that only Odysseus has ever been able to accomplish. At the contest, each suitor tries to string the bow and fails. Odysseus steps up to the bow and, with little effort, fires an arrow through all twelve axes. He then turns the bow on the suitors. He and Telemachus, assisted by a few faithful servants, kill every last suitor.

Odysseus reveals himself to the entire palace and reunites with his loving Penelope. He travels to the outskirts of Ithaca to see his aging father, Laertes. They come under attack from the vengeful family members of the dead suitors, but Laertes, reinvigorated by his son’s return, successfully kills Antinous’s father and puts a stop to the attack. Zeus dispatches Athena to restore peace. With his power secure and his family reunited, Odysseus’s long ordeal comes to an end.

Homer

In the Western classical tradition Homer (English pronunciation: /ˈhoʊmər/; Ancient Greek: Ὅμηρος, Hómēros), is the author of the Iliad and the Odyssey, and is revered as the greatest ancient Greek epic poet. These epics lie at the beginning of the Western canon of literature, and have had an enormous influence on the history of literature.

When he lived is controversial. Herodotus estimates that Homer lived 400 years before Herodotus' own time, which would place him at around 850 BC,while other ancient sources claim that he lived much nearer to the supposed time of the Trojan War, in the early 12th century BC.

For modern scholars "the date of Homer" refers not to an individual, but to the period when the epics were created. The consensus is that "the Iliad and the Odyssey date from around the 8th century BC, the Iliad being composed before the Odyssey, perhaps by some decades, i.e. earlier than Hesiod, the Iliad being the oldest work of Western literature. Over the past few decades, some scholars have argued for a 7th century BC date. Some of those who argue that the Homeric poems developed gradually over a long period of time give an even later date for the composition of the poems; according to Gregory Nagy for example, they only became fixed texts in the 6th century BC. The question of the historicity of Homer the individual is known as the "Homeric question"; there is no reliable biographical information handed down from classical antiquity. The poems are generally seen as the culmination of many generations of oral story-telling, in a tradition with a well-developed formulaic system of poetic composition. Some scholars, such as Martin West, claim that "Homer" is "not the name of a historical poet, but a fictitious or constructed name.

The formative influence played by the Homeric epics in shaping Greek culture was widely recognized, and Homer was described as the teacher of Greece. Homer's works, which are about fifty percent speeches, provided models in persuasive speaking and writing that were emulated throughout the ancient and medieval Greek worlds. Fragments of Homer account for about half of all ancient Greek papyrus finds

http://en.wikipedia.org/wiki/Homer


ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

Τη Δήμητρα, την ομορφόμαλλη σεμνή θεά, να ψάλλω

αρχίζω, και τη λιγναστράγαλη μαζί της θυγατέρα,

που ο βροντερόφωνος, βαρύχτυπος αφήκε ο Δίας τον Άδη

να την αρπάξει απο τη Δήμητρα την ομορφοκαρπούσα,

με τις βαθύζωνες ως έπαιζε του Ωκεανού τις κόρες.

Λουλούδια μάζωνε, τριαντάφυλλα και ζαφορά και γιούλια

και μενεξέδες κι αγριοζούμπουλα, στο μαλακό λιβάδι,

και νάρκισσο-παγίδα που όρισεν ο Δίας η γης να βάλει

στην κόρη τη λουλουδοπρόσωπη για του Άδη το χατήρι

κι απ' ομορφιά τολούλουδο άστραφτε, και σάστισαν που το'δαν

όλοι, θνητοί μαζί κι αθάνατοι τι απο μιά ρίζα μόνο

ψηλά εκατό λουλουδοκέφαλα του ξεπετούσαν κι όλα

γλυκιά ευωδιά τρογύρα εξέχυναν. Θωρώντας το γελούσαν

τα ουράνια πλάτη, η γης ολάκερη και τ' αρμυρό το κύμα.

Κι η κόρη εθάμπωσε, μα ως άπλωνε τα χέρια της, να κόψει

τέτοιο ακριβό στολίδι, η διάπλατη μπροστά της γης εσκίστη,

στο Νύσιο κάμπο, και πετάχτηκε στ' αθάνατα άλογά του

ο γιος του Κρόνου ο μυριονόματος και μυριοδεξιμιάρης.

Στο αμάξι το χρυσό την άρπαξε και τράβηξε, άθελά της

κι αυτή ψιλή θρηνώντας έσυρε φωνή, κι ανακαλιόταν

το γιο του Κρόνου, τον πατέρα της, πο υστέκει απάνω απ' όλους.

Μα τη φωνή της μήτε αθάνατοι μήτε θνητοί γρικήσαν,

μηδέ κι οι Νύμφες, στις λαμπρόκαρπες ελιές που ζούνε μέσα.

Η Εκάτη μοναχά, η καλόγνωμη και στραφτομαντηλούσα,

μέσα στο σπήλιο της την άκουσεν, η κόρη του Περσαίου,

κι ο ρήγας Ήλιος, του Υπερίονα τοξακουστό βλαστάρι,

την κόρην άκουσε που εφώναζε: "πατέρα γιέ του Κρόνου!"

Μ' αυτός μακριά απ' τους άλλους κάθονταν θεούς και προσδεχόταν

σε ναό πολύπληθο περίλαμπρες απ' τους θνητούς θυσίες.

Κι εκείνη στ' άτια του τ' αθάνατα την έσερνε άθελά της,

μύριων αφέντης, μυριονόματος και μυριοδεξιμιάρης

τι έτσι ο αδερφός του ο Δίας το θέλησε να γίνει, ο γιός του Κρόνου.

Όση ώρα αντίκρυζαν τα μάτια της τ' αστράτα ουράνια ακόμα,

της γης, το μυριοθορυβούμενο και ψαροθρόφο κύμα

και τις αχτίδες του ήλιου, κι ήλπιζε τη σεβαστή της μάνα

για και κανένα απ' τους αθάνατους μπροστά της ν' αντικρύσει,

τόσο κι η ελπίδα δεν την άφηνε, και μ' όλο τον καημό της.

Τα κορφοβούνια ωστόσο αντήχησαν και του πελάου τα βάθη

απ' τη φωνή της την αθάνατη κι η σεβαστή της μάνα

την άκουσε, κι ο πόνος θέρισε βαρύς τα σωθικά της.

Ξεσκίζει το κεφαλομάντηλο στα θεία μαλλιά της πάνω,

στους ώμους γύρω σκοτεινόχρωμο φορεί μαντί με βιάση

και πήρε σαν πουλί στις θάλασσες και στις στεριές να τρέχει

ίδια τρελή μα δεν το θέλησε μήτε θνητός κανένας

μηδέ θεός αυτό που εγίνηκε να της το μολογήσει,

μηδέ πουλί το μαύρο εσίμωσε μαντάτο να της φέρει.

Εννιά μερόνυχτα τριγύριζεν η θεία Δηώ στον κόσμο

δαδιά αναμμένα στα δυό χέρια της κρατώντας, και στο στόμα

φαΐ, κρασί να βάλει αθάνατο δεν είπε απ' τον καημό της,

να γλυκαθεί, κι ουδέ που λούστηκε να φράνει το κορμί της.

.........................................................................................................

Πιο μαύρη πίκρα, πιο άγρια εφούντωσε μες στην καρδιά της τότε,

κι ως είχε με το μαυροσύγνεφο του Κρόνου υγιό χολιάσει,

αφήκε των θεών τη μάζωξη στον Όλυμπο το μέγα,

και στων θνητών τα κάστρα τράβηξε και τα παχιά χωριάφια,

το πρόσωπό της ασκημίζοντας άντρας κανείς, γυναίκα

βαθύζωνη καμιά δεν ένιωσε θεά πως είχε ομπρός της,

ωσότου πήγε στου πολέμαρχου του Κελεού το σπίτι,

στην Ελευσίνα που βασίλευε τη μυρωμέη τότε.

.................................................................................................................

Κι ως μπήκε, στο κατώφλι επάτησε κι ως το ταβάνι υψώθη

η κεφαλή της, και πλημμύρισε με φως θεϊκό τις πόρτες.

Τα'χασα, δείλιασε η βασίλισσα, κιτρίνισε απ' το φόβο,

κι απ' το θρονί της προσηκώθηκε, για να καθήσει εκείνη

.........................................................................................................

Τότε η θεά, τα χέρια απλώνοντας τ' αθάνατα, το γιό της

στο μυρωδάτο κόρφο εδέχτηκε, και χάρηκε η μητέρα.

Έτσι η θεά το γιό τον έμνοστο του Κελεού, που του'χε

η ομορφόζωνη Μετάνειρα γεννήσει, στο παλάτι

πήρε κι ανάσταινε δεν του 'δινε το στήθος να βυζάξει,

μηδέ ψωμί, μες στην αγκάλη της τον ράτα, του φυσούσε

γλυκά το πρόσωπο, κι αθάνατους γονιούς λες κι είε μύρο

θεϊκό τον άλειβε, τον τράνευεν ίδια θεός εκείνος.

Και κάθε νύχτα, σα δαυλόξυλο, κρυφά απο τους γονιούς του

σε δυνατή φωτιά τον έχωνε, κι εκείνοι οι δυό σαστίζαν

να τον θωρούν το πώς μεγάλωνε, με τους θεούς παρόμοιος

κι αλήθεια αγέραστο κι αθάνατο θα τους τον είχε κάνει,

αν η ομορφόζωνη Μετάνειρα μια νύχτα δεν κοιτούσε,

στην αμυαλιά της, απ' την κάμαρα την μοσκοβολισμένη

παραφυλάγοντας και χτύπησε με θρήνους τα μεριά της,

για το παιδί της ως φοβήθηκε -πού βαρύ το λάθος.

...................................................................................................

Η τιμημένη εγώ είμαι η Δήμητρα, που τρισμεγάλη φέρνω

πάντα σε ανθρώπους και σε αθάνατους βοήθεια κι αναγάλλια.

Τώρα ναό τρανό και δίπλα του βωμό σιμά στην πόλη

και στον καστρότειχο το απόγκρεμο θέλω ο λαός σας όλος

ψηλά σε λόφο, στο Καλλίχορο πιο πάνω, να μου χτίσει.

Μα τις γιορτές εγώ μονάχη μου θα ορίσω, να μπορείτε

πάντα με αγνές θυσίες να μ' έχετε καλόγνωμη μαζί σας.

Σαν είπε αυτά η θεά, κι ανάστημα μεμιάς αλλάζει κι όψη,

τα γερατιά πετά και ζώνεται τρανή ομορφιά και νιότη

γλυκιά ευωδιά σκορπούν τα ρούχα της τα μοσκοβολισμένα,

κι ως πέρα της θεάς το αθάνατο κορμί φεγγοβολούσε

γεμάτο λάμψη, και στους ώμους της ξανθή κυλούσε η κόμη.

Και φως το στέριο σπίτι εγέμισε, σαν να'χε ξάφνου αστράψει.

..............................................................................................................

Και σαν τελέψαν κι απ' τον κάματο ξανάσαναν, κινούσαν

να πάει καθένας για το σπίτι του κι ωστόσο εκεί εκαθόταν

η ξανθή Δήμητρα δεν πήγαινε με τους θεούς τους άλλους,

για τη βαθύζωνη την κόρη της βαθιά της πικραμένη

και στους ανθρώπους μαύρη κι άραχλη χρονιά να πέσει αφήκε

σ' όλη τη γη την πολυβόσκητη δεν πέταξε απ' το χώμα

ούτ' ένα φύτρο: η καλοστέφανη, θεά τ' αφάνιζε όλα.

Του κάκου τα βόδια πλήθος έσερναν τ' αλέτρια στα χωράφια,

κι άδικα πλήθος σπόρος έπεσε μες στ' οργωμένο χώμα

κι αλήθεια τότε θα ξεκλήριζε για πάντα τους ανθρώπους,

με τη φριχτή την πείνα, θα'χαναν κι οι αθάνατοι για πάντα

και τις τιμές, ψηλά στον Όλυμπο, και τις τρανές θυσίες

μα το'δε ο Δίας και το κατάλαβε και βρήκε τι να κάνει:

την Ίρη πρω΄τα τη χρυσόφτερη προστάζει να φωνάξει

τη Δήμητρα την ομορφόμαλλη, την τρισχαριτωμένη.

Έτσι είπε ο Δίας, ο μαυροσύγνεφος του Κρόνου υγιός, κι εκείνη

τον άκουσε, κι ευτύς διαβαίνοντας γοργόπδη τα μάκρη,

γοργά στης Ελευσίνας έφτασε το μυρωμένο κάστρο

μες στο ναό θωρεί τη Δήμητρα τη μαυρομαντηλούσα

κι ως ήρθε ομπρός της με ανεμάρπαστα της συντυχαίνει λόγια:

- Ο Δίας πατέρας τώρα, Δήμητρα, που είναι οι βουλές του αιώνιες,

να πας εκεί που κι οι άλλοι αθάνατοι ζούνε θεοί σε κράζει.

Εμπρός λοιπόν, στα λόγια μου άκουσε, τι είναι απ' το Δία φερμένα.

Έτσι μιλούσε, μα της Δήμητρας δεν άλλαζε τη γνώμη.

.........................................................................................................

Κι ο Δίας ως έμαθε ο βαρύχτυπος πως δε γυρίζει πίσω,

κάτω στα σκότη το χρυσόραβδον Ερμή στον Άδη στέλνει,

γλυκά να του μιλήσει, η γνώμη του ν' αλλάξει και ν' αφήσει

η Περσεφόνη η αγνή απο τ' άραχνα να βγει σκοτάδια, απάνω

στο φως, οπού 'ναι κι οι άλλοι αθάνατοι, να πάψει το θυμό της

κι η Δήμητρα, τη θυγατέρα της σα δει κοντά της να'ρθει.

Κι ο Ερμής τον άκουσε και γρήγορα στης γης τα καταχθόνια

με βιάση πέταξε, απο του Ολύμπου κινώντας το παλάτι

καιτον επέτυχε να κάθεται το ρήγα υγιό τουΚρόνου

στη σεβαστή κοντά γυναίκα του μα εκείνη λαχταρούσε

τη μάνα της και δεν τον ήθελε, και στο θυμό της πάντα

να βρει γιατρειά στο νού της λόγιαζε στα που οι θεοί είχαν κάμει.

Και τότε ο Αργοφονιάς σιμώνοντας ο δυνατός μιλούσε:

-- Άδη, του Κάτω Κόσμου κύβερνε σκοτεινομάλλη, θέλει

την Περσεφόνη ο Δίας την έμνοστη να βγάλεις απ' τα σκότη,

να πάει κοντά τους, κι η μητέρα της σαν την ιδεί κοντά της

ν' αφήσει πια την άγριαν όργητα και το θυμό που θρέφει

στο στήθος της για τους αθάνατους τους άλλους νύχτα μέρα.

...............................................................................................................

Είπεν ο Ερμής, και χαμογέλασε του Κάτω Κόσμου ο ρήγας

μέσα στα φρύδια του κι υπάκουσε σοτ θέλημα του Δία

στην Περσεφόνη ευτύς τη φρόνιμη μιλώντας παραγγέλνει:

-- Στη μαυροφορεμένη μάνα σου γυρνώντας Περσεφόνη,

με καλοσύνη να με σκέφτεσαι γυρεύω και μ' αγάπη,

και μη μου θρέφεις άγριαν όχτρητα πιο απ' ό,τι θρέφουν οι άλλοι

Δεν έχεις άντρα εσύ για πέταμα, τι είμ' αδερφός του Δία

κι ίδια κοιλιά τους δυό μας γέννησε μην το ξεχνάς ποτέ σου.

........................................................................................................

Είπε, κι η Περσεφόνη η φρόνιμη μες στην πολλή χαρά της

ψηλά επετάχτη αναγαλλιάζοντας μα εκείνος απο ρόδι

γλυκό σπυρί να φάει της έδωκε, χωρίς να καταλάβει,

τι είχε στο νού του και δεν ήθελε για πάντα να του φύγει,

στη σεβαστή να πάει τη Δήμητρα τη μαυφορεμένη.

Παίρνει μετά και ζεύει μόνος του στ' ολόχρυσο τ' αμάξι

τ' αθάνατα άλογά του ο Πλούτωνας, που μύριος αφεντεύει.

Κι εκείνη ανέβηκε και δίπλα της ο Αργοφονιάς εστάθη,

με το μαστίγι και τα νιόλουρα στα χέρια το παλάτι

σε μια στιγμή το αφήνουν, τ' άλογα με προθυμιά ως πετούσαν.

.....................................................................................................

Σαν φτάσαν στο ναό που ευώδιαζε, να σταματήσουν είπε,

εκεί που η Δήμητρα περίμενεν η ομορφοστεφανούσα.

Κι ως είδε αυτή τη θυγατέρα της, ίδια μαινάδα εχύθη

κι η Περσεφόνη πάλι βλέποντας της μάνας της την όψη

την όμορφη, το αμάξι αφήνοντας και τ' άλογα, με βιάση

πήρε να τρέχει, ωσότου ρίχτηκε στην αγκαλιά της μέσα.

Μ' αυτή την ώρα που στα χέρια της την κόρφη της κρατούσε,

μεμιάς κακό στο νού της έβαλε και την επήρε ο φόβος,

κι αφήνοντας τα χάδια εμίλησε και τη ρωτάει να μάθει:

--Παιδί μου, κάτω ακόμα που ήσουνα μήπως εγεύτης κάτι;

Μίλα ανοιχτά, κι οι δυό να ξέρουμε μην το κρατάς κρυμμένο.

.....................................................................................................

Κι έδωσε απόκριση η πεντάμορφη μιλώντας Περσεφόνη:

-- Την πάσα αλήθεια τώρα, μάνα μου, να σου τη μολογήσω

ο πονηρός Ερμής σαν έφτασε γοργός, να πει να φύγω

απ' τα σκοτάδια, στους αθάνατους του άλλους και στο Δία

να πάω κοντά, και συ να μ' έβλεπες κοντά σου γυρισμένη,

ν' αφήσεις πια την άγριαν όργητα και το θυμό που θρέφεις,

ψηλά απο τη χαρά μου μου πήδησα μα εκείνος απο ρόδι

σπυρί, γλυκό σα μέλι, γύρεψε στο στόμα να μου βάλει,

να το φάω με βιάς ν' ανάγκασε, χωρίς εγώ να θέλω.

....................................................................................

Κι ο βροντερόφωνος, βαρύχτυπος του Κρόνου υγιός, ο Δίας.,

τη Ρέα τους 'στειλε μαντατοφόρα την ομορφομαλλούσα

................................................................................................

κι ως απαντήθηκαν, εχάρηκαν, η μια να ιδεί την άλλη,

και τότε ευτύς η Ρέα της μίλησεν η στραφτομαντηλούσα:

-- Ο βροντερόφωνος, βαρύχτυπος σε κράζει Δίας, παιδί μου,

να πας στους άλλουος τους αθάνατους, κι υπόσκεψη σου δίνει

όσες τιμές μες στους αθάνατους τους άλλους θέλις, να'χεις

κι όρισε, η Κόρη μες στο γύρισμα του χρόνου, στο σκοτάδι

το μαύρο κάτω μήνες τέσσερις να μένει, μα τους άλλους

οχτώ με σένα εδώ να βρίσκεται και τους θεούς τους άλλους.

.........................................................................................................

Είπε, κι η Δήμητρα την άκουσεν η ομορφοστεφανούσα,

κι αφήκε ευτύς τα παχιοχώματα χωράφια να καρπίσουν

και να γεμίσει η γης η απέραντη παντού κι ανθούς και φύλλα.

Κι αυτή για τους ρηγάδες κίνησε που ορθό κρατούν το δίκιο,

και πρώτα πρώτα τσον Τριπόλεμο, στον Κελεό το ρήγα.

Και στον Διοκλή τον πολεμόχαρο, στον Εύμολπο το μέγα,

και πως θυσίες να κάνουν έδειξε, ποιές οι σεμνές γιορτές της.

Δεν τις πατάει κανένας άνθρωπος, στο στόμα δεν τις πιάσει,

μηδέ ρωτά οι θεοί είν' τρισέβαστοι και πιάνεται η φωνή τους.

Όποιος θνητός τις δεί, τρισεύτυχος στη γης απάνω τούτη!

Μα ο που δεν είε και δεν έκανε θυσίες, δεν έχει μοίρα

καθώς εκείνος ζει στα Τάρταρα τα μαύρα, σαν πεθάνει.

Σαν έδωσε έτσι τις ορμήνεις της η Δήμητρα κινούσε

στον Όλυμπο και στους αθάνατους να πάει τους άλλους πάλι.

Εκεί στο Δία τον κεραυνόχαρο κοντά καθόνται οι δυό τους,

σεβάσμιες, τιμημένες. Ο άνθρωπος της γης αυτής που τύχει

ν' αγαπηθεί απ' αυτές ολόκαρδα, τρισεύτυχος για πάντα.

Τον Πλούτο γρήγορα του στέλνουνε, στο τζάκι του να κάτσει,

τον Πλούτο, στους θνητούς που αλόγιαστα βιός κι αγαθά χαρίζει.

Την Ελευσίνα που αφεντεύετε τη μοσκοβολημένη

και τον απόγκρεμο τον Άντρωνα και το νησί την Πάρο,

Δηώ, του χρόνου η μάνα, ρήγισσα λαμπρόκαρπη, σεβάσμια.

εσύ κι η Περσεφόνη η κόρη σου με τα περίσσια κάλλη,

για το τραγούδι αυτό καλόγνωμες χαρά και πλούτη στείλτε,

κι εγώ τραγούδι κι άλλο κάποτε στη χάρη σου θα ψάλλω.

(Μετάφραση:Ι.Θ. Κακρίδης)
Ο Ομηρικός Ύμνος «Εις Δήμητραν»

Κατά τον Ομηρικό Ύμνο, ο Άδης (Πλούτωνας) με τη συγκατάθεση του Δία άρπαξε την κόρη της Δήμητρας, την Περσεφόνη, κατά την στιγμή που αυτή συνοδεύονταν από τις Ωκεανίδες Νύμφες και έπαιζε και έδραττε άνθη από το Νύσσιον Πεδίον.

Η Δήμητρα άκουσε τις φωνές της αρπαζόμενης θυγατέρας και όρμησε μαινόμενη να την βρει. Επειδή όμως, κανείς δεν μπορούσε να της δώσει πληροφορίες, η Δήμητρα συνοδευόμενη από την Εκάτη, η οποία είχε ακούσει τις φωνές της Περσεφόνης επίσης, μετέβη στον γιο του Υπερίωνα, τον βασιλέα Ήλιο και τον παρεκάλεσε ως επόπτη των πάντων, να την πληροφορήσει τι απέγινε η θυγατέρα της.
Ο Ήλιος πράγματι, της είπε όλη την αλήθεια και η Δήμητρα οργίστηκε τόσο με τον Δία, ο οποίος επέτρεψε την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, ώστε δεν επέστρεψε στον Όλυμπο, αλλά μεταμορφωμένη σε γριά, περιπλανιόνταν στις πόλεις και στους αγρούς, αγνοούμενη από όλους.

Μετά από την περιπλάνηση αυτή, έφθασε στην Ελευσίνα, όπου κάθισε κάτω από την σκιά μιας ελιάς, κοντά σε ένα πηγάδι, που βρισκόταν δίπλα στο Παρθένιο Φρέαρ (βλ. Αγέλαστος Πέτρα). Στο φρέαρ αυτό κατέφθασαν μετά από λίγο, για να αντλήσουν νερό, οι 4 θυγατέρες του βασιλέα της Ελευσίνας Κελεού, η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη, η μεγαλύτερη απ’ όλες, οι οποίες βλέποντας την γριά, τη ρώτησαν ποιά είναι, πότε ήλθε και γιατί έμενε δίπλα από το πηγάδι και δεν πήγαινε στην πόλη για να φιλοξενηθεί.
Η Δήμητρα αποκρίθηκε, ότι καταγόταν από την Κρήτη, ότι είχε αιχμαλωτισθεί από ληστές στο λιμάνι της Κνωσσού και ότι μετά από εννέα ημέρες κατάφερε να δραπε- τεύσει, μόλις το πλοίο των ληστών έφτασε στο Θωρικόν, όπου είχε προσορμίσει. Στη συνέχεια, παρακάλεσε τις τέσσερις κόρες, να την συστήσουν σε κάποια οικία, στην οποία να υπηρετεί κατά δύναμη και δήλωσε ότι ήταν σε κατάσταση να αναθρέψει και νεογνά παιδιά, αν κάποιος ήθελε να της εμπιστευθεί κάποιο τέτοιο.

Τα άκουσαν αυτά οι θυγατέρες του Κελεού και η ωραιότερη από αυτές, η Καλλιδίκη, της απαρίθμησε τους έξι (6) άρχοντες της πόλης, που ήταν οι: Κελεός, Δόλιχος, Εύμολπος, Πολύξενος, Δίοκλος και Τριπτόλεμος και όλες μαζί, την παρακάλεσαν να παραμείνει δίπλα από το πηγάδι, ώσπου να αναγγείλουν τις ειδήσεις στη μητέρα τους Μετάνειρα, η οποία ήταν πιθανό να τη δεχτεί στην υπηρεσία της και να της αναθέσει την ανατροφή του νεογέννητου παιδιού της Δημοφώντα. Πράγματι, η Δήμητρα περίμενε και μετά από λίγο, οι θυγατέρες του Κελεού επέστρεψαν τρέχοντας, για να την παραλάβουν.

Εκείνη τις ακολούθησε και εισήλθε στο σπίτι του πατέρα τους. Με την είσοδο της θεάς στο παλάτι, τα πάντα πλημμύρισαν από Φως. Αυτό το γεγονός ήταν, που έκανε τη Μετάνειρα, να δεχτεί τη θεά ως τροφό του Δημοφώντα.

Η Μετάνειρα καθόταν στον θρόνο της και μόλις αντίκρισε τη θεά, σηκώθηκε να της προσφέρει τη θέση της, πράγμα που η Δήμητρα αρνήθηκε.
Η Ιάμβη, η υπηρέτρια, της πρόσφερε τότε ένα σκαμνί σκεπασμένο με λευκή σαν ασήμι προβιά, για να καθίσει. Η περίλυπος μητέρα Δήμητρα αρνήθηκε να δεχτεί το πλήρες οίνου ποτήρι, το οποίο της πρόσφερε η Μετάνειρα, λέγονταν ότι δεν είναι επιτρεπτό σε αυτήν να πίνει κρασί. Τότε, τα αστεία της υπηρέτριας Ιάμβης κίνησαν το πρώτο μειδίαμα της μέχρι τότε αγέλαστης και άσιτης θεάς, η οποία παρακάλεσε να της δοθεί ο κυκεώνας, δηλαδή ένα ρόφημα, ένα ποτό το οποίο δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς περιείχε.
Με το ρόφημα αυτό, η θεά έπαψε την μακροχρόνια αποχή της από τροφή και ποτό και ανέλαβε την ανατροφή του νεαρού Δημοφώντα, τον οποίο όμως, μεγάλωνε ως να ήταν θεός! Δεν τον έτρεφε με γάλα, όπως τρέφονταν τα άλλα βρέφη, αλλά κάθε βράδυ το μύρωνε με αμβροσία και φυσώντας το με την αναπνοή της, το περνούσε πάνω από τη φωτιά, σα δαυλό, διότι είχε σκοπό να το καταστήσει αθάνατο.
Και πράγματι, το παιδί έφτασε να μοιάζει με θεό, πράγμα που είχε παραξενέψει τους γονείς του. Η μητέρα του ένα βράδυ, παρακολούθησε τη θεά και είδε έντρομη να βάζει το παιδί της στη φωτιά. Τρομαγμένη τότε φώναξε: “… Γιε μου, η ξένη αφήνει εσένα στη φωτιά να χαθείς και μένα να βυθιστώ στη θλίψη …”
Η θεά τότε, οργισμένη και θυμωμένη με τη Μετάνειρα, απάντησε με τα παρακάτω λόγια, που μάλλον, κρύβουν και το μυστικό των μυήσεων!
“… Άνθρωποι ανίδεοι και μωροί, τη μοίρα που σας πέφτει καλή και αν είναι ή κακή,
δεν τη μαντεύετε!
Και συ πολύ παραπλανήθηκες με την αστοχασιά σου.
Δόξα θα χάριζα άφθαρτη στο λατρεμένο σου το γιο,
αθάνατο και αγέραστο θα σου τον είχα κάνει.
ΝΑΙ! Μα τον όρκο των θεών, τα’ αμάλαγο, άτεγκτο νερό της Στύγας!
Αλλά τώρα πια, του θανάτου τη μοίρα να τη γλιτώσει δε μπορεί στ’ αλήθεια.
Μα θα του δοθεί άφθαρτη δόξα και τιμές, αφού στα γόνατά μου κάθισε
και στην αγκαλιά μου έγειρε ν’ αποκοιμηθεί…
… Η τιμημένη Δήμητρα, θεών και ανθρώπων η χαρά το πιο τρανό χάρισμα,
εγώ είμαι, ΝΑΙ! …”
Συγχρόνως όμως, η Δήμητρα ζήτησε να της χτισθεί ναός κάτω από την Ακρόπολη και πάνω από το φρεάτιο του Καλλιχόρου, στον οποίο και αποσύρθηκε μετά την ταχύτατη ανοικοδόμησή του, αποφεύγοντας πάσα σχέση με τον κόσμο και κλαίγοντας για την τύχη της κόρης της.
Αλλά η πράξη αυτή της Δήμητρας επέφερε φρικτά αποτελέσματα.
Η γη έπαψε να βλασταίνει και μάταια οι άνθρωποι την καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ο κίνδυνος να εξαφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε πρόσφεραν οι άνθρωποι σε αυτούς, φαίνονταν αναπότρεπτος. Αυτό, ανάγκασε τον Δία να στείλει τον ένα μετά τον άλλο όλους τους Ολύμπιους θεούς στην Ελευσίνα προς την Δήμητρα, για να την πείσουν να αλλάξει γνώμη και να επιστρέψει στον Όλυμπο μεταξύ των άλλων θεών.
Αυτή όμως, κατ' ουδένα τρόπο ήθελε να πεισθεί, προτού δει την αρπαγμένη κόρης της. Έγινε ανάγκη τότε, να κληθεί ο σύζυγος της Περσεφόνης με τον Ερμή, να επιτρέψει την άνοδό της, ώστε η Δήμητρα βλέποντας την κόρη της, να πάψει την οργή της.
Εκείνη την παράκληση δεν την απέκρουσε μεν ο θεός του Κάτω Κόσμου, προ της ανόδου όμως, της Περσεφόνης, της έδωσε να φάει καρπό ροιάς, ώστε να εξασφαλίσει την επιστροφή της σε αυτόν.
Γρήγορα και επί του άρματος του Πλούτωνα, οδηγούμενο από τον Ερμή, διένυσε η Περσεφόνη το μέχρις την Ελευσίνα διάστημα και παρουσιάστηκε στην μητέρα της.
Η εκ της συναντήσεως όμως χαρά μεταξύ μητέρας και κόρης δεν διάρκεσε πολύ, διότι ρωτώντας η Δήμητρα την Περσεφόνη αν είχε φάει κάτι πριν προ της αναχωρήσεως από τον Άδη, και ακούγοντας ότι υποχρεώθηκε να φάει καρπό ροιάς, αντιλήφθηκε ότι ήταν αδύνατο να έχει συνεχώς την κόρη της.
Η επάνοδος της Δήμητρας στον Όλυμπο φανόταν και πάλι δύσκολη. Με τη μεσολάβηση όμως, της Ρέας (της μητέρας του Δία, του Πλούτωνα και της Δήμητρας) επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των θεών, κατά τον οποίο το ένα τρίτο (1/3) του έτους η Περσεφόνη όφειλε να μένει πλησίον του συζύγου της και τα άλλα δύο τρίτα (2/3) μεταξύ των Ολύμπιων θεών και δίπλα από τη μητέρα της, η οποία δέχθηκε με αυτούς τους όρους να επιστρέψει στον Όλυμπο.
Ευθύς αμέσως μετά την έξοδο της Δήμητρας από το ναό, η γη καλύφθηκε με χλόη και άνθη και άρχισε να παράγει καρπούς, η δε Δήμητρα έδειξε στους άρχοντες της πόλης Τριπτόλεμο, Διοκλή, Εύμολπο και Κελεό τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούσε να τελείται η λατρεία της, τα “Σεμνά Όργια”, τα οποία δεν επιτρεπόταν κατά κανένα τρόπο να φανερώνονται στους αμύητους.
Μιας και έκανα αναφορά στα Σεμνά Όργια, να αποσαφηνίσω την τόσο παρεξηγημένη λέξη Όργια.
Σύμφωνα με την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, την τόσο πλούσια σε λέξεις και νοήματα, η λέξη Όργια σημαίνει : “… μυστικαί τελεταί, μυστική λατρεία, τελούμενη αποκλειστικώς υπό των μυημένων εις την μυστικήν λατρείαν της Δήμητρος εν Ελευσίνι. Την ετυμολογία της λέξεως την βρίσκουμε στη λέξη Έργον, δηλαδή από την ΕΡΓΑΣΙΑΝ…”.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΙΚΟ ΥΜΝΟ
"ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ"

"ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ"



Συγγραφέας: Χάρης Μπαλόγλου

Εκείνοι που καταγίνονται με τη σπουδή του Εσωτερισμού γνωρίζουν ασφαλώς ότι οι Aγιες Γραφές των Αρχαίων Ελλήνων, δηλ. τα Eργα του Ομήρου, Ησιόδου, Πινδάρου, Ορφέα κ.α., γράφτηκαν για να διατηρήσουν την Εσωτερική Παράδοση. Δε γράφτηκαν για να χρησιμεύσουν μόνο για ψυχαγωγία των αναγνωστών ή σα βοηθήματα στη μελέτη της αρχαίας γλώσσας.

Αλλά οι τρομερές αποκαλύψεις των πιο πάνω αναφερομένων Μυστών, παραδίδονταν αποκλειστικά κατά τη Μύηση στους ορισμένους ώριμους και ηθικά εξελιγμένους. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος της εκμετάλλευσης των γνώσεων από πνευματικά κατώτερα άτομα. Γι' αυτό και τα έργα των Πνευματικών αρχηγών χρησιμοποίησαν το Επταπλό Kλειδί του Συμβολισμού, ώστε να διατυπώνουν μεν την αλήθεια, να αποκρύπτουν όμως το πραγματικό-εσωτερικό νόημα .

Αυτή η πραγματικότητα συμβαίνει και σήμερα. Η γνώση της ατομικής ενέργειας λ.χ., χρησιμοποιήθηκε σε βάρος της ανθρωπότητας από τους εξωτερικούς επιστήμονες. Μολαταύτα, κι εδώ επίσης διαπιστώνεις τη μυστικότητα στις έρευνες κι ίσως την επιτήρηση των ερευνητών στα άδυτα των εργαστηρίων.

Και η ατομική ενέργεια αποτελούσε μονάχα ένα τομέα της Γνώσης των μυστών της Αρχαιότητας. Δεν περιοριζόταν στα ελάχιστα που φανέρωσε ο Δημόκριτος και Λεύκιππος. Αυτοί ήταν μυημένοι που αποκάλυψαν όσα θεώρησαν ακίνδυνα. Αλλά η διδασκαλία του Πυθαγόρα στους Ιεροφάντες των Δελφών, σχετικά με τη χρήση της ατομικής ενέργειας σε ώρες κινδύνου, δείχνει, από την εφαρμογή της κατά την Περσική επιδρομή, ότι η γνώση της ήταν ουσιαστική και όχι θεωρητική ή ημιτελής.

Αν επομένως η ατομική-πυρηνική επιστήμη, συνιστούμε μια και μόνο πτυχή της Ιερής Γνώσης των μυστών, και αν η απόκτησή της από τους εξωτερικούς επιστήμονες, οδήγησε στην καταστροφική εκμετάλλευσή της, αναρωτιέται κανείς, τι θα προέκυπτε, αν ίσως ξέφευγαν κι άλλα τέτοιας ολκής μυστικά από τα άντρα των Μυήσεων, στον έξω κόσμο των ανώριμων και ανεύθυνων ανθρώπων.

Η αίσθηση ευθύνης των Μυημένων καθιερωτών των Μυστηρίων, όπως o Ορφεύς, θέσπισε το Επταπλό Κλειδί του Συμβολισμού, για τη σύνθεση των Ιερών Κειμένων. Αυτά πλάστηκαν με σκοπό τη διατήρηση της Γνώσης, κι όταν ο άνθρωπος έφτανε στην ωριμότητα, θα ανακάλυπτε τον τρόπο αποκωδικοποίησης των γραπτών, των εικόνων ή μνημείων. Η χρήση τότε της Γνώσης θα είχε εποικοδομητικό χαρακτήρα. Η ελεύθερη κοινοποίηση των αληθειών ήταν αυστηρότατα απαγορευμένη. Το Πλατωνικό: «ακάθαρτον γάρ καθαρού άπτεσθαι ου θεμιτόν» , και το «Φλέγξομαι οις θέμις εστί, θύρας δι επίθεσθε βεβήλοις», δείχνουν αρκετά την επιφύλαξη των Μυστηριακών Υπευθύνων.

Σήμερα όμως αναντίρρητα, η πραγματικότητα της άνεσης μέσο της υλιστικής τεχνολογίας, πείθοντας για τη μονομερή αξία της Ύλης, οδηγεί στη γνωστή φρενική αποχαλίνωση. Ο αδαής και αστόχαστος πιστεύει στην αξία και μόνο του παρόντος χρόνου μιας ευτυχίας, μέσα στον παράδεισο των υλικών ανέσεων.

Μια απλή νύξη λοιπόν, για την ανεξαρτησία μας από τις χίμαιρες του τεχνολογικού υλισμού, είναι απαραίτητη, χάρη της εξισορρόπησης. Κι έχομε τη γνώμη, ότι η ανεξαρτοποίηση μας από την προσωρινότητα της φθαρτής Ύλης, ξεσκεπάζεται με την υπόδειξη - αποκάλυψη, έστω και ελαχίστων, από εκείνα που κρύβονται στα απρόσιτα, αδιαφήμιστα και όντως ανερμήνευτα, Κείμενα των Ελλήνων Πνευματικών Αρχηγών.

Αδιαμφισβήτητα, ο Αρχαιοελληνικός Πολιτισμός, αντίθετα από το σημερινό, προσανατολιζόταν στο μήνυμα του "ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ". Κι αν ο εξωτερικός μορφικός εαυτός, ήδη τυχαίνει γνωστός, τότε το Δελφικό ρητό σημαίνει: "ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΟ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ". Συνεπώς, κάθε εξωστρεφής γραμματολογικός τρόπος προσέγγισης με τα Μηνύματα των Ελλήνων, αποτελεί επιδερμική απόπειρα.. Χρειάζεται η Μεταφυσική - Εσωτεριστική αξίνα για την ανασκαφή των θαμμένων ναών.

Σαν παράδειγμα της αποκωδικοποίησης των διαφορετικά ακατανόητων συμβολισμών, διάλεξα δύο αποσπάσματα από το έργο «ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ » του Ησιόδου. Η εργασία αυτή, αποτελεί απλά τμήμα κεφαλαίου, συνοπτικά διασκευασμένο, από το βιβλίο μας που σχολιάζει τον Ομηρικό Ύμνο « ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ » .

«Και δια παρθενικής απαλόχροος ου διοίσιν,
ήτε δόμων έντοσθε φίλη παρά μητέρι μίμνει
ου πω έργα ιδυία πολυχρύσου Αφροδίτης,
ευ τε λοεσσαμένη τέρενα χρόα και λιπ΄ελαίω
χρισάμενη μύιη καταλέξεται ένδοθι οίκου
ήματι χειμερίω, ότ΄ ανόστεος όν πόδα τένδει
εν τ΄απύρω οίκω και ήθεσι λευγαλέοισιν ».

Σε μετάφραση

« Και δε φυσομανάει (ενν. Ο Βοριάς), απάνω στην τρυφερή παρθένα,
που μένει μέσα στο σπίτι μαζί με την καλή της μάνα, αμάθητη
ακόμα σχετικά με τα έργα της χρυσής Αφροδίτης, και που λούζει
το απαλό της το κορμί, αλείφεται με λάδι και ξαπλώνει σε δωμάτιο
εσωτερικό του σπιτιού κάποια μέρα χειμωνιάτικη, όταν
ο ανόστεος (ενν. ο δίχως οστά), τραγανίζει το πόδι του στο
σπίτι του, που δεν έχει καν φωτιά, μέσα στο ελεεινό του κονάκι »

Με την ανάγνωση του αποσπάσματος, αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, ότι δεν εννοεί τα πάντα. Κάτω από τα αινιγματικά λόγια κρύβονται Γνώσεις Εσωτερισμού, και μόνο με αυτές αποκαλύπτεται η ουσία.. Και για να είμαστε ειλικρινείς, η δική μας ερμηνεία ,που ακολουθεί, αφορά μόνο μια πλευρά του Επταπλού αποσυμβολισμού.

Η «τρυφερή παρθένα» αλληγορεί την Ουσία, που είναι γνωστή σαν «Κουνταλίνι». Αυτή, για τους περισσοτέρους από μας, παραμένει αδρανής μέσα στον αιθερικό σάκο της, στο Ιερόν Οστούν, στον κόκκυγα. Μένει στην αρχική της κατάσταση παγοποιημένη. Δεν έχει βγει από την εστία της (=μάνα). Δεν έχει περάσει από την «οδό» που φέρνει στα 'Ανω. Η «οδός» είναι ένας αιθερικός αγωγός με το όνομα Σουχιούμνα. Αν είχε φτάσει στην Ουσία ως πάνω, ως την κορυφή του κεφαλιού, θα είχε ενωθεί με την 'Αρρενα Αρχή, στο κέντρο αποθήκευσης της Ενέργειας – τσάκρα (=τροχό), που λέγεται Σαχασράρα. Για τον αναγνώστη, που δε γνωρίζει τη Σανσκριτική ορολογία, πληροφορούμε ότι οι τροχοί (=τσάκρας), στον αιθερικό άνθρωπο, είναι επτά. Ο κατώτατος στον κόκκυγα, λέγεται Μουλαντάρα. Εκεί φυλάγεται η Κουνταλίνι. Το ανώτατο τσάκρα, στην κορυφή, είναι η Σαχασράρα.

'Οταν η Κουνταλίνι ανέβει ως πάνω, γίνεται η ένωσή της με την 'Αρρενα Αρχή, τον Σίβα. Επειδή λοιπόν η «παρθένα» δεν έχει κάνει αυτή την ένωση, το Γάμο, γι'αυτό και ο Ησίοδος τη συμβολίζει έτσι. Τονίζει ότι είναι αμάθητη στα γαμήλια έργα της Αφροδίτης. Φυσικά, η ένωση έχει πνευματικό χαρακτήρα, είναι η «σύμφυσης» των δύο Αρχών, του Νεοπλατωνικού Πορφυρίου.

«Η χειμωνιάτικη μέρα» του ποιήματος, σημαίνει τη χρονική διάρκεια, κατά την οποία η Ουσία, (κουλουριασμένη σαν το φίδι, 3½ κύκλους), μένει μόνη, στην κοκκυγική εστία. Η τυχόν ένωσή της θα πυροδοτούσε ολόκληρη την ανθρώπινη υπόσταση και η «χειμωνιάτικη μέρα» θα γινόταν «ανοιξιάτικη».

Ο αινιγματικός «Ανόστεος», που προβλημάτισε τους ξένους μελετητές (εξάλλου κανένας 'Ελληνας ως τώρα δεν καταπιάστηκε με τη σχολίαση των Ομηρικών κ.α. Ύμνων) σημαίνει την Ουσία, την αποθηκευμένη στο σάκο του Ιερού Οστού. Φυσικά, η αιθερική υπόστασή της, δεν έχει «κόκαλα» (=οστά), και γι'αυτό ονομάστηκε αλληγορικά «Ανόστεος». Λόγοι για την παραπλάνηση του αμύητου επέβαλαν να αποκληθεί η Ουσία την πρώτη φορά «παρθένα», και τη δεύτερη «Ανόστεος». Το «σπίτι» του δευτέρου είναι ίδιο με της «παρθένας», γι'αυτό και η συγκυρία της ταυτόχρονης αναφοράς τους. Ο χαρακτηρισμός «ελεεινό κονάκι», γίνεται σε σύγκριση με το ύψος του ανωτάτου τσάκρα, του ΧΡΥΣΟΥ, όπου τελείται ο Γάμος. Για τον ίδιο λόγο και η προϊσταμένη του Γάμου, η Αφροδίτη, λέγεται «χρυσή». Κι όταν λέγεται ότι ο Ανόστεος «τραγανίζει το πόδι του», εννοούν ότι εξακολουθεί η Ουσία να διατηρεί την κυκλική της μορφή. Δηλαδή το κεφάλι, δαγκώνει την ουρά (=πόδι). Είναι ο Ουροβόρος 'Οφις των Αλχημιστών. 'Οταν εκταθεί και ισιώσει γίνεται το ΕΝΑ. Η κυκλόμορφη στάση δείχνει παθητικότητα: ΜΗΔΕΝ, θνητότητα.

Ο «Ανόστεος» δεν είναι ούτε … «χταπόδι», μα ούτε και «καλαμάρι», όπως γράφουν σε αγγλική υποσημείωση σχολίων. Είναι αστείο και το υποθέτει κανείς και ασυμβίβαστο με όποια λογική. Αλλά η εξωτερική γνώση αδυνατεί να εισχωρήσει σε υπερβατικές ερμηνείες. Καταλήγει πάντα σε αδιέξοδο.

Το «σπίτι» του Ανόστεου στερείται φωτιάς. Γιατί η Ουσία μέσα στο σάκο, μένει παγοποιημένη. Γι'αυτό και η σκηνογραφία με το χειμώνα και το Βοριά που λυσσομανάει. Σίγουρα ο «Βοριάς» συμβολίζει την κάθοδο της Πράνας (αιθερικού αέρα), από την ειδική υποδοχή στο κεφάλι, που ονομάζεται Σουτράτμα. Να αναφέρουμε επίσης ότι δεν ταυτίζονται τα 7 τσάκρας με τους ενδοκρινείς αδένες. Τα τσάκρας απλά τους τροφοδοτούν. Δίχως την παροχή αύτη, ο αδένας ασθενεί. Από το Βοριά (=κεφαλή), η Ουσία-πράνα κατέρχεται προς τα κάτω (Νότος), και ένα τρίτο της αποθηκεύεται στον κόκκυγα. Εξάλλου:

«και δια παρθενικής απαλόχροος ου διάησιν» (στ.519)

Αυτό σημαίνει, ότι με όλη του την ορμή ο «Βοριάς», δεν αγγίζει βλαπτικά καθόλου την «απαλή παρθένα», που λούζεται και αλείφεται αρώματα μέσα στο σπίτι της. Αλληγορικά: ετοιμάζεται για την ένωση.

Θα συνεχίσουμε τώρα με το β', απόσπασμα:

« Αλλ΄όποτ΄άν φερέσικος από χθόνος αμ΄φυτά βαίνει
Πληιάδας φεύγων, τότε δη σκάφος ουκέτι οινέων
Αλλ΄άρπας τε χαρασσέμεναι και δμώας εγείρει,
Φεύγειν δε σκιερούς θώκους και επί ηόα κοίτον
ώρη εν αμήτου, ότε τ΄ηέλιος χρόα κάρφει.
Τημούτος σπεύδειν και οίκαδε καρπόν αγίγειν
όρθρου ανιστάμενος ίνα βίος άρκιος είη. (571 – 576)

Μετάφραση:

«Αλλά όταν εκείνος που κουβαλάει το σπίτι του σκαρφαλώνει
από τη γη πάνω στα φυτά, για να ξεφύγει τις Πλειάδες,
τότε δεν είναι πια καιρός να σκάβεις τ'αμπέλια, αλλά
να ακονίζεις τα δρεπάνια σου και να ξεσηκώνεις τους
σκλάβους σου. Απόφευγε τα καθίσματα σε ισκιερούς
τόπους, όπως και το να κοιμάσαι ίσαμε την αυγή, κατά την
εποχή της συγκομιδής, όταν ο ήλιος κατακαίγει το σώμα.
Τότε να εργάζεσαι και να φέρνεις στο σπίτι τους καρπούς
Σου, όντας όρθιος από το χάραμα, για να εξασφαλίσεις τα
προς το ζην»

«Εκείνος που κουβαλάει το σπίτι του» αλληγορεί τον «Ανόστεο». Σαν το σαλιγκάρι (=φερέοικος), ελικοειδώς ανεβαίνει στον αιθερικό αγωγό, (Σουχιούμνα), και συνδέει τον κόκκυγα με την κορυφή. Ο αγωγός συμβολίζεται με «φυτό».

Η κυριολεκτική αντίληψη των στίχων, δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα. Γιατί, πως τάχα θα ξεφύγει ο Ανόστεος (φερέοικος) από τις πλειάδες, με μιαν αναρρίχηση; Μήπως οι Πλειάδες βρίσκονται στο έδαφος ; Και γιατί να «τις αποφύγει»;… Ολοφάνερα ΑΛΛΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ κρύβονται. Ο «φερέοικος» συμβολίζει την ανερχόμενη Ουσία. Με τον όρο «Πλειάδες» υπονοείται η Πολλαπλότητα του μορφικού κόσμου. ( Πλείων = συγκρ. του πολύς - πλειότερος, περισσότερος. Λεξικό Σταματάκου σελ. 797)

Η Πολλαπλότητα διάκειται δυσμενώς προς την ενότητα. Φυσικά, πρόκειται για αντίθεση προς το ταξίδι της επιστροφής στην Ενοποίηση. Αυτή είναι η αιτία που ο «φερέοικος» αποφεύγει τις Πλειάδες σκαρφαλώνοντας στο φυτό. Με τις Πλειάδες αλληγορούν το χαμηλό, πολυσύνθετο κόσμο των «πολλών» και των χωρισμένων. Η σωτηρία άρα είναι στην Ανάβαση που οδηγεί στον Ενοποίηση.

Συνεπώς, όταν η εποχή της Ανύψωσης έχει αρχίσει, δεν είναι καιρός να ασχολείσαι με την καλλιέργεια. Αυτό γίνεται όταν η Ουσία «κοιμάται» ή «λούζεται». Τώρα, που ξεκίνησε το ταξίδι για 'Ενωση, δεν ταιριάζει να «σκάβεις τα αμπέλια». Τα αμπέλια είναι αναρριχώμενα, όπως ο «φερέοικος», ο «Ανόστεος» και η «παρθένα». Με τα αμπέλια συμβολίζεται ο Διόνυσος. Ο Εσωτερικός Εαυτός που τώρα ξεκινά την 'Ανοδο στην Εκδήλωση. 'Εχει ξεπερασθεί το «σκάψιμο» πια. Πρέπει να σε απασχολεί το ξεσήκωμα των δυνάμεων (=δούλοι), για την προώθηση της Ουσίας. Τα «δρεπάνια» είναι η δυνατότητα αποκοπής από το Χρόνο.

Αν ο Ησίοδος συνιστά να μην κάθεσαι σε τόπους ισκιερούς, εννοεί ότι ο ήδη φωτιζόμενος άνθρωπος, πρέπει να αποφεύγει κάθε σκότος. Αν δεν εννοεί αυτό, τότε υπάρχει αντίφαση. Γιατί, πως μας συνιστά να «αποφύγουμε τη σκιά», ενώ σύγκαιρα ξέρει ότι κατά την εποχή συγκομιδής: «ο ήλιος κατακαίγει το σώμα», άρα η ερμηνεία ξεπερνά την κυριολεκτική.

Αν συνιστά επαγρύπνηση, αποφυγή «ύπνου», γιατί τώρα άρχισε η δράση προς την Ενότητα. Η «συγκομιδή» αφορά την συλλογή των καρπών που προέρχονται από τους κόπους αποφυγής των «Πλειάδων».

Θα δώσουμε ακόμα εδώ, για ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ίσως, έναν αποσυμβολισμό θέματος που κρύβεται στον Ομηρικό Ύμνο ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ. Η θεά καταφεύγει στην Ελευσίνα, γίνεται ΤΡΟΦΟΣ του Δημοφώντα, παιδιού του Κελεού και Ματάνειρας. Η αποκωδικοποίηση με το φυσιολογικό κλειδί, ξεσκεπάζει τις ως τώρα άγνωστες πτυχές του Ύμνου.

Εδώ, στο μύθο αυτό, έχουμε τη διαδικασία δημιουργίας ΘΥΡΟΞΙΝΗΣ στο θυρεοειδή αδένα – ή Βισχιούντα Τσάκρα. Η Δήμητρα είναι η ορμόνη τυροσίνη. Η τυροσίνη, ξέρουμε, κατεβαίνει από την υπόφυση – 'Αζνα Τσάκρα-, και φτάνει στο θυρεοειδή αδένα. Αυτός εκπροσωπεί το ανάκτορο της Ελευσίνας με τους δύο κλάδους, δηλ. το λατινικό V, (Visiouda), που αντιστοιχούν στον Κελεό (άρρενα), και στην Μετάνειρα (θήλεια).

Αφού φτάσει η τυροσίνη στον Θυρεοειδή αδένα, ενώνεται με τα αποθηκευμένα μόρια ιωδίου. 'Ετσι παράγεται η θυροξίνη, ορμόνη απαραίτητη στον μεταβολισμό. Η Δήμητρα κατεβαίνει από την Κρήτη (Κεφαλή - Υπόφυση ) και γίνεται ΤΡΟΦΟΣ του Δημοφώντα. Πρόκειται για την αποκάλυψη μέσα στον Ύμνο της διαδικασίας, μεταβολισμός - θρέψη, που πρωτοστατεί η Τυροσίνη για την δημιουργία της Θυροξίνης. Η αλληγορική καύση, συμβολίζεται με την κάθε βραδινή καύση του Δημοφώντα από την Θεά.

'Οταν η τυροσίνη επιτελέσει την ένωση με το αποθησαυρισμένο ιώδιο του θυρεοειδούς, ο αδένας (με την Μετάνειρα εκπρόσωπο) εμποδίζει τη Δήμητρα να ενώνεται με το ιώδιο, αφού η ακατάσχετη κάθοδος τυροσίνης δημιουργεί τον υπέρ-θυρεοειδισμό. 'Ετσι ο Ύμνος παριστάνει την Μετάνειρα να ανακόπτει το έργο της Δήμητρας.

Μονολότι, ομολογουμένως επιγραμματικά τα σχόλια αυτά, νομίζουμε ότι μπορούν να αποδείξουν τι είναι δυνατόν να αλληγορούν οι απλησίαστοι αυτοί Αρχαίοι Ελληνικοί στίχοι και η Παράδοση. Στα χέρια του κάθε ειλικρινούς ερευνητή είναι τα κλειδιά του συμβολισμού και του αποσυμβολισμού των μύθων.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ και ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ.


ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ και ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ.
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλόλογου – ιστορικού, συνεργάτιδα, του www.Apodimos.com
Η σοβαρότητα του θέματος του Ομήρου και τα γραφόμενα του, όλους τους απασχολούσε διαχρονικά και περισσότερο τους απόδημους Έλληνες, για αυτό το λόγο θα σας το παρουσιάσουμε με την υπόμνηση ότι είναι Αρχειακό. Είναι λίγοι που μπορούν να αναπτύξουν θέματα με σοβαρότητα και στοιχεία, σαν την πολυγραφότατη συνεργάτη μας Αμαλία Κ. Ηλιάδη, η οποία ανέλαβε να παρουσιάσει Πόνημα για την Ιστορική Αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού Ζητήματος.
Η διδα Ηλιάδη στην παρουσίαση αυτού του μηνός, αναφέρετε με στοιχεία στο Πόνημα της, που δεν αμφισβητούνται για τον Όμηρο τον Μεγάλο επικό ποιητή της Αρχαίας Ελλάδας. Διότι όλοι γνωρίζουν ότι η Χίος, η Σμύρνη και πέντε ακόμα ελληνικές πόλεις υποστήριζαν ότι ήταν οι γενέτειρές του. Όμως δεν γνωρίζουμε εάν γνωρίζουν ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, σύμφωνα με την παράδοση, Ενώ πολλοί γνωρίζουν ότι είναι ο ραψωδός είναι ο δημιουργός των επικών ποιημάτων Ιλιάδα και Οδύσσεια ίσως δεν γνωρίζουν ότι ο Όμηρος δημιούργησε και άλλα έργα.
Η γνώσεις της συνεργάτιδας μας είναι μεγάλες και βασίζονται στις Πανεπιστημιακές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης στην Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία και με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα της, στην Βυζαντινή Ιστορία απ' τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου , της δίνει την δυνατότητα να γράψει την Ιστορική Αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού Ζητήματος με μια μεγάλη βιβλιογραφία .

Ιστορική αναδρομή και ανάλυση του Ομηρικού ζητήματος

Όμηρος,

Ο Όμηρος, ο Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής, ο μεγαλύτερος από τους ποιητές όλων των αιώνων, με τον οποίο αρχίζει η έντεχνη και ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Όμηρο είναι ελάχιστες και αυτές ασαφείς. Τον τόπο γέννησής του διεκδικούν πολλές πόλεις όπως μας πληροφορούν οι δύο αυτοί εξάμετροι: «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Κύμη, Χίος, Κολοφών, Σμύρνη, Πύλος, Άργος, Αθήνη». Πιο πιθανή πατρίδα του όμως θεωρείται η Σμύρνη, αιολική αποικία, που αργότερα προστέθηκε στην ιωνική συμπολιτεία. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι ο ποιητής γνώριζε πολύ καλά την περιοχή της, όπως αποδεικνύουν οι παρομοιώσεις που δανείζεται από την κλαγγή των κύκνων και των χηνών του Καϊστρου ποταμού, από την ορμή του Βορά και του Ζέφυρου που φυσούν από τη Θράκη, από τον ταύρο που θυσιάζεται στο Πανιώνιο. Γνώριζε ακόμα καλά τις ακτές του Αδραμυτηνού κόλπου, το όρος Ίδη, την πεδιάδα του Σκάμανδρου κ.λ.π., τα οποία είδε ο ποιητής με τα μάτια του και έγιναν θέατρα των αγώνων των ηρώων του.
Άγνωστο είναι το πότε έζησε ο Όμηρος. Ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί στα ποιήματά του ότι έζησε πολύ αργότερα από τα τρωικά. Γιατί συχνά λέει ότι οι ήρωες των τρωικών ήταν κατά πολύ ανώτεροι από τους σύγχρονούς του στην ανδρεία και τη ρώμη. Κατά τον Ηρόδοτο, ο Όμηρος έζησε 400 χρόνια νωρίτερα απ’ αυτόν και, σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, πρέπει να έζησε κατά τα μέσα του 9ου αι. π.Χ. Τέλος η παράδοση ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, ίσως πρέπει να απορριφθεί, γιατί είναι ασυμβίβαστη με τη λεπτή παρατήρηση της φύσης που υπάρχει στο έργο του.
Οι πρώτες αναφορές.
Έμμεσες αναφορές στον Όμηρο και παράθεση περικοπών από τα ποιήματά του ανάγονται στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα. Ο Αρχίλοχος, ο Αλκμάν, ο Τυρταίος και ο Καλλίνος τον 7ο αιώνα, όπως και η Σαπφώ και άλλοι ποιητές στις αρχές του 6ου αι., προσάρμοσαν το Ομηρικό λεκτικό και μέτρο στους δικούς τους ποιητικούς στόχους και ρυθμούς. Κατά τους ίδιους χρόνους, σκηνές από επεισόδια των επών αποτέλεσαν προσφιλές θέμα σε έργα τέχνης. Στον ψευδο-ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα, σύνθεση πιθανώς του τέλους του 7ου αιώνα, η αναφορά ότι το ποίημα ήταν έργο «ενός τυφλού άνδρα ο οποίος κατοικούσε στην τραχιά Χίο», συνδέεται με μία παράδοση για τον ίδιο τον Όμηρο. Η ιδέα ότι ο Όμηρος ήταν γενάρχης των επιλεγομένων Ομηριδών, οι οποίοι διατήρησαν και διέδωσαν την ποίησή του, ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα. Πράγματι, αρκετά νωρίς άρχισε ένα είδος Ομηρικών σπουδών. Ο Θεαγένης από το Ρήγιον της Κάτω Ιταλίας κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα έγραψε την πρώτη γνωστή ερμηνεία στην οποία απέδιδε αλληγορικά νοήματα στα Ομηρικά έπη. Μέχρι τον 5ο αιώνα είχαν δημιουργηθεί οι μύθοι για τον βίο του: ο Προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος χρησιμοποίησε έναν κοινότοπο θρύλο για τον θάνατο του Ομήρου, ότι πέθανε από την στενοχώρια του διότι δεν μπόρεσε να λύσει ένα παιδιάστικο αίνιγμα για το πώς πιάνονταν οι ψείρες, ενώ η ιδέα για κάποιον «αγώνα» Ομήρου και Ησιόδου (ο οποίος υπήρξε ο δεύτερος σε αρχαιότητα ποιητής μετά τον Όμηρο) πιθανώς να αποτελούσε επινόηση της Σοφιστικής παράδοσης. Ο ιστορικός Ηρόδοτος του 5ου π.Χ. αιώνα απέδιδε την διαμόρφωση της ελληνικής θεολογίας στον Όμηρο και τον Ησίοδο και υποστήριζε ότι είχαν ζήσει 400 χρόνια πριν από αυτόν.
Αυτό θα πρέπει να αντιπαραβληθεί με την στηριγμένη σε επιφανειακά επιχειρήματα άποψη, προσφιλή σε πολλούς κύκλους λογίων σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, ότι ο Όμηρος δεν πρέπει να έζησε πολύ αργότερα από τον Τρωικό πόλεμο, τον οποίο ύμνησε.
Η γενική πεποίθηση ότι ο Όμηρος γεννήθηκε στην Ιωνία (το κεντρικό τμήμα των Μικρασιατικών παραλίων) φαίνεται ότι αποτελεί λογική εικασία η οποία συνάγεται από τα ίδια τα έπη, στα οποία επικρατεί κυρίως η ιωνική διάλεκτος. Αν και η Σμύρνη και η Χίος από νωρίς άρχισαν να ερίζουν για την τιμή της καταγωγής του (ο Πίνδαρος, στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα συνέδεε τον Όμηρο και με τις δύο), ενώ αργότερα και άλλες πόλεις προστέθηκαν στην έριδα, πουθενά δεν υπήρξε καμία αυθεντική τοπική ανάμνηση για έναν άνθρωπο ο οποίος είτε ήταν είτε δεν ήταν αοιδός, πρέπει, ωστόσο, να υπήρξε διάσημος στην εποχή του. η απουσία πραγματικών δεδομένων πρέπει να προκαλούσε αμηχανία στους Έλληνες, αλλά δεν τους αποθάρρυνε. Οι μυθοπλαστικές διηγήσεις, οι οποίες είχαν αρχίσει ήδη πριν από τον 5ο π.Χ. αιώνα, αναπτύχθηκαν κατά την Αλεξανδρινή περίοδο τον 3ο και τον 2ο π.Χ. αιώνα (περίοδο κατά την οποία αφθονούσε το είδος τόσο των ψευδολογίων όσο και των λογίων) και εξελίχθησαν σε φανταστικές ψευδοβιογραφίες, τις οποίες επεξεργάστηκαν αργότερα δευτερογενώς οι λόγιοι της ρωμαϊκής περιόδου, από όσες έχουν διασωθεί, η εκτενέστερη περιέχει τον ισχυρισμό ότι είναι έργο του Ηρόδοτου, αλλά αυτό είναι τελείως ανυπόστατο.
Σύγχρονα συμπεράσματα.
Οι σύγχρονοι ερμηνευτές συμφωνούν με τις αρχαίες πηγές μόνον ως προς τον τόπο, όπου γενικότερα έδρασε ο Όμηρος. Το πιο συγκεκριμένο στοιχείο από τις αρχαίες μαρτυρίες είναι ότι οι απόγονοί του, οι Ομηρίδες, ζούσαν στην ιωνική Χίο. Επιπλέον, το ότι το ανατολικό Αιγαίο ήταν το περιβάλλον στο οποίο έδρασε το κύριος δημιουργός της Ιλιάδας προκύπτει από ορισμένες τοπογραφικές λεπτομέρειες στο ίδιο το έργο, όπως π.χ. η περιγραφή της κορυφής της Σαμοθράκης που προβάλλει πίσω από την Ίμβρο, όταν την αντικρύζει κανείς από την πεδιάδα της Τροίας, ή η αναφορά στα πουλιά στις εκβολές του ποταμού Καϋστρου κοντά στην Έφεσο, στις θύελλες στα ανοιχτά της Ικαρίας και στους βορειοδυτικούς ανέμους που φυσούν από την Θράκη. Το χρώμα του ανατολικού Αιγαίου είναι πιο αδύνατο στην Οδύσσεια, η δράση της οποίας εκτυλίσσεται κυρίως στη Δυτική Ελλάδα, αλλά η αοριστία του ποιήματος ως προς την ακριβή θέση της Ιθάκης, λόγου χάρη, δεν είναι ασυμβίβαστη με την άποψη ότι ένας ποιητής της Ιωνίας επεξεργάστηκε υλικό το οποίο προερχόταν από το άλλο άκρο του ελληνικού κόσμου.
Ομολογουμένως, υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες ακόμη και ως προς το κατά πόσο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν σύνθεση ενός και του αυτού βασικού δημιουργού. Οι αμφιβολίες αυτές πρώτο διατυπώθηκαν ήδη κατά την αρχαιότητα και στηρίζονταν κυρίως στη διαφορά του λογοτεχνικού είδους (η Ιλιάδα έχει πολεμικό και ηρωικό χαρακτήρα, ενώ η Οδύσσεια είναι μια αφήγηση περιπετειών, συχνά αφύσικων). Οι αμφιβολίες ενισχύονται από τις λεπτές διαφορές του λεξιλογίου, πέρα από εκείνες που επιβάλλονται από την διαφορά του θέματος των δύο επών. Η άποψη του Αριστοτέλη ότι ο Όμηρος έγραψε την Οδύσσεια σε προχωρημένη ηλικία δεν είναι αβάσιμη. Αν όμως η Ιλιάδα προηγείται χρονικά (πράγμα που φαίνεται πιθανόν λόγω της απλούστερης δομής της Ιλιάδας και της μεγαλύτερης συχνότητας στη χρήση σχετικά μεταγενέστερων γλωσσικών τύπων στην Οδύσσεια), τότε η Οδύσσεια πιθανόν να δημιουργήθηκε με πρότυπο την Ιλιάδα, ως συνειδητό συμπλήρωμά της, εφόσον το υπόδειγμα της μνημειώδους σύνθεσης είχε πλέον δοθεί. Σε κάθε περίπτωση, οι ομοιότητες των δύο ποιημάτων οφείλονται, εν μέρει, στη συνοχή της ηρωικής ποιητικής παράδοσης από την οποία προέρχονται και τα δύο.
Η εσωτερική μαρτυρία των ποιημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την χρονική περίοδο κατά την οποία έζησε ο Όμηρος. Ορισμένα στοιχεία της ποιητικής γλώσσας (ένα τεχνητό αμάλγαμα το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην καθημερινή ομιλία) αποκαλύπτουν ότι τα έπη δημιουργήθηκαν μετά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου και ότι η σύνθεσή τους πρέπει να τοποθετηθεί σε μια εποχή αρκετά μεταγενέστερη από την ίδρυση των πρώτων αποικιών στη Μικρασιατική Ιωνία γύρω στο 1000 π.Χ. Η συνύπαρξη παρακείμενων βραχέων φωνηέντων και η εξαφάνιση του ημίφωνου δίγαμμα (γράμματος το οποίο υπήρχε στο παλαιότερο ελληνικό αλφάβητο) είναι οι σημαντικότερες ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Στο αντίθετο άκρο του χρονικού ορίζοντα, στοιχεία, όπως η διαμόρφωση ενός πραγματικά οριστικού άρθρου στα έπη, αντιπροσωπεύουν μία προγενέστερη φάση από εκείνη της ποίησης των μέσων και του τέλους του 7ου αιώνα. Τόσο ως προς τα υφολογικά όσο και ως προς τα μετρικά χαρακτηριστικά τους, τα Ομηρικά έπη φαίνονται παλαιότερα των έργων του Ησιόδου τα οποία πολλοί ειδικοί τοποθετούν λίγο μετά από το 700 π.Χ. Ένα διαφορετικό και ίσως πιο ακριβές κριτήριο αποτελούν τα χρονολογήσιμα αντικείμενα και έθιμα τα οποία αναφέρονται στα ποιήματα. Κανένα από αυτά, εκτός από μία ή δύο μάλλον αθηναϊκές προσθήκες, δεν φαίνεται να είναι μεταγενέστερο της περιόδου γύρω από το 700 π.Χ. Από την άλλη μεριά, ο ρόλος που αποδίδεται στους Φοίνικες ως εμπόρων στην Οδύσσεια, καθώς και ένα ή δύο άλλα φαινόμενα, υποδεικνύουν ότι η σύνθεση των ποιημάτων έγινε μετά το 900 π.Χ., τουλάχιστον ως προς τα αντίστοιχα συμφραζόμενα. Σε ορισμένα τμήματα της Ιλιάδας ίσως να υπονοείται μία νέα διάταξη μάχης σε πυκνή παράταξη, η οποία επιβλήθηκε από την εξέλιξη του οπλισμού των οπλιτών μετά το 750 π.Χ., περίπου, ενώ και οι αναφορές στο Γοργόνειο ως στοιχείου διακόσμησης, συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι γεγονός ότι τα έπη περιέχουν πολλά παραδοσιακά και αρχαϊκά στοιχεία και ότι το γλωσσικό και υλικό υπόβαθρό τους είναι κράμα διαφορετικών στοιχείων διαφορετικής χρονικής προέλευσης. Φαίνεται πάντως εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι η σύνθεση των μεγάλου μεγέθους επών (σε αντιδιαστολή με τους πολύ συντομότερους προγόνους τους) χρονολογείται στον 9ο ή τον 8ο π.Χ. αιώνα με περισσότερα στοιχεία υπέρ του 8ου αιώνα. Η Οδύσσεια πιθανώς να ανήκει στα τέλη, ενώ η Ιλιάδα τοποθετείται προς τα μέσα του ίδιου αιώνα. Πιθανώς να μην είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι απεικονίσεις επεισοδίων του έπους εμφανίζονται στην αγγειογραφία την ίδια περίπου εποχή.
Χαρακτηριστικό της τέχνης του Ομήρου, είναι ότι τα έπη του έχουν αρχή, μέση και τέλος και ότι με τα αλλεπάλληλα επεισόδια κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος. Η διήγηση του είναι ήρεμη και ευγενής. Απεικονίζει και τις πιο οικτρές σκηνές, αλλά ο ρεαλισμός του ποτέ δε γίνεται χυδαίος. Τα πρόσωπα που παρουσιάζει ενεργούν με συνέπεια προς το «ήθος» τους. Κανένα πρόσωπο δε μένει «ανηθοποίητο», μέσα στο έργο του. Γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η ιωνική διάλεκτος, ανάμεικτη με μερικούς αιολικούς τύπους. Όπως η ζωή των ηρώων του είναι απλοϊκή και ανεπιτήδευτη, κατά τον ίδιο τρόπο και η γλώσσα του ποιητή είναι απλή και αφελής, με ιδιαίτερη προτίμηση προς την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων. Ο αφελής όμως αυτός ποιητής έχει τόσο λεκτικό πλούσιο στο έργο του, όσο κανένα άλλο ποίημα ή πεζό σύγγραμμα. Και αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ασύγκριτος παρατηρητής της φύσης και του κόσμου. Ο ομηρικός στίχος είναι ο «δακτυλικός εξάμετρος», τον οποίο ο ποιητής βρήκε προετοιμασμένο από τους παλιούς αοιδούς, αλλά τον χρησιμοποίησε με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία και τον αξιοποίησε όσο κανένας άλλος.
Ο θαυμασμός για τα έπη του Ομήρου διατηρήθηκε αμείωτος από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας, γι’ αυτό και διδάσκεται σ’ όλα τα σχολεία της Ευρώπης, ως ο μεγαλύτερος ποιητής και παιδαγωγός των αιώνων. Τα ομηρικά έπη έχουν μεταφραστεί σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Τι σηματοδότησε ο Όμηρος.
Ο Όμηρος σηματοδότησε την ουσιαστική απαρχή της ελληνικής λογοτεχνίας και γραμματείας που ακολούθησε. Το αρχαιοελληνικό δράμα, η ιστοριογραφία, ακόμη και η φιλοσοφία, όλα φέρνουν το στίγμα των θεμάτων, κωμικών ή τραγικών, που εντοπίζονται στα έπη και των τεχνικών που χρησιμοποίησε ο δημιουργός τους για να προσεγγίσει τα θέματα αυτά. Η επίδραση των δύο αριστουργημάτων της ελληνικής αρχαιότητας ήταν πολύ μεγάλη όχι μόνο για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους για τους οποίους αποτέλεσαν θεμέλιο της παιδείας τους, αλλά και για όλη τη μεταγενέστερη δυτική ποίηση και λογοτεχνία. Από τον Πλάτωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο ως τον Βιργίλιο και τον Δάντη και από τον Shakespeare και τον Tennyson ως τον Milton, τον Joyce και τον Καζαντζάκη, οι επιρροές των αθάνατων ομηρικών επών υπήρξαν βαθιές και ισχυρές.
Για τον Όμηρο δεν γνωρίζουμε τίποτα εκτός από τα ποιητικά δημιουργήματα που μας άφησε. Στις 27 χιλιάδες λέξεις των Ομηρικών ποιημάτων δεν υπάρχει καμιά αναφορά στο δημιουργό τους. Πράγματι, η ζωή και η προσωπικότητα του Ομήρου είναι καλυμμένα από ένα πέπλο μυστηρίου και γύρω από αυτόν έχει δημιουργηθεί το μεγαλύτερο φιλολογικό πρόβλημα όλων των εποχών, το λεγόμενο «Ομηρικό ζήτημα». Τα σημεία που διχάζουν τους ερευνητές είναι ο τόπος γέννησης και η εποχή δράσης του Ομήρου, αλλά και το εάν ο Όμηρος πράγματι υπήρξε και ποιο άτομο βρίσκεται πίσω από αυτό το όνομα. Παρόλο που οι απόψεις είναι πολλές και συχνά αντικρουόμενες, οι πιο εμπεριστατωμένες και σύγχρονες γλωσσολογικές και ιστορικές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι τα δύο έπη γράφτηκαν από το ίδιο άτομο στην ελληνική δυτική ακτή της Μικράς Ασίας κατά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου, κάποια στιγμή μεταξύ του 9ου και 8ου αιώνα π.Χ. και ότι η Ιλιάδα γράφτηκε πριν από την Οδύσσεια.
Και τα δύο ποιήματα διαπραγματεύονται μυθικά γεγονότα που υποτίθεται ότι είχαν λάβει χώρα πολύ πριν από την εποχή που γράφτηκαν. Και στα δύο έπη η δράση είναι παράλληλη και εξελίσσεται τον τελευταίο χρόνο των δύο δεκάχρονων κύκλων, από τους οποίους ο πρώτος ορίζεται με την κατάκτηση της Τροίας και ο δεύτερος με την επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα του Ιθάκη. Η Ιλιάδα τοποθετείται στο τελευταίο έτος του Τρωικού πολέμου, που αποτελεί και το υπόβαθρο της κεντρικής πλοκής του έργου, όταν δηλαδή οι Έλληνες αφότου ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της γύρω περιοχής και των νησιών, πολιορκούν στενότερα την Τροία. Η Οδύσσεια έχει μικρότερη έκταση από την Ιλιάδα όμως η δομή της είναι πιο περίτεχνη, καθώς δεν κινείται ο ποιητής σε μια γραμμική γραμμή εξιστόρησης των γεγονότων, αλλά αρχίζει από το μέσο της ιστορίας και περιγράφει τα γεγονότα αναδρομικά. Τα πρόσωπά της είναι μερικοί ήρωες του Τρωικού πολέμου, και κυρίως ο πρωταγωνιστής Οδυσσέας, υπάρχουν όμως και κάποιες φανταστικές και μυθικές μορφές. Το θέμα της Οδύσσειας είναι ο νόστος (= ο γυρισμός) του Οδυσσέα στην πατρίδα του και περιγράφει την επίμονη θέληση ενός ανθρώπου να μην λυγίσει μπροστά στις δυσκολίες, να φτάσει στον σκοπό του και να κλείσει τον κύκλο της ζωής του εκεί όπου τον άρχισε. Ο κόσμος του Ομήρου είναι ο μυκηναϊκός κόσμος, επειδή όμως ο ποιητής έζησε σε μεταγενέστερες εποχές το έργο του φυσικό είναι να ενσωματώνει και στοιχεία της μετα-μυκηναϊκής εποχής καθώς και της πρώιμης Γεωμετρικής της οποίας πρέπει να ήταν σύγχρονος. Τα Ομηρικά έπη και οι ιστορίες τους τοποθετούνται στην Εποχή του Χαλκού όταν ο μυκηναϊκός πολιτισμός ανθούσε οικονομικά, και παρόλο που τα έπη απέκτησαν την τελική τους μορφή πολύ αργότερα, ενσαρκώνουν τις μνήμες αυτής της Αρχαϊκής εποχής.
Το σίγουρο ήταν ότι η Ομηρική παράδοση ήταν προφορική, ότι πρόκειται για ένα είδος ποίησης που δημιουργήθηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και χωρίς τη διαμεσολάβηση της γραφής. Πράγματι, ο όρος που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Όμηρος για τον ποιητή είναι αοιδός, δηλαδή τραγουδιστής. Οι Έλληνες γνώριζαν από στήθους μεγάλα τμήματα των επών και τα θεωρούσαν όχι απλά σύμβολα της ενότητας του ελληνικού κόσμου, αλλά και μια πανάρχαια πηγή ηθικής ακόμη και πρακτικής αγωγής.
Τα ομηρικά έπη χάριν στους ραψωδούς διαδόθηκαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις ασιατικές ακτές και στις δυτικές της αποικίες. Κατά την απαγγελία των επών δημιουργήθηκε η ανάγκη χωρισμού τους σε μικρότερα μέρη, για να αναπαύεται έτσι όχι μόνο ο ραψωδός αλλά και το ακροατήριό του. Έτσι, τα έπη διαιρέθηκαν σε «ραψωδίες» και σταδιακά επικράτησε η συνήθεια να απαγγέλλονται και ορισμένες μόνο ραψωδίες ανάλογα με τις προτιμήσεις του ακροατηρίου και τις ικανότητες του ραψωδού. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να λησμονηθούν κάποια τμήματα των επών, ενώ ταυτόχρονα οι ραψωδοί επέφεραν προσθήκες και αλλοιώσεις όπου το θεωρούσαν κατάλληλο.
Ο Σόλωνας ήταν ο πρώτος που διέταξε τους ραψωδούς να τηρούν πιστά το παραδοσιακό κείμενο στις δημόσιες απαγγελίες τους. Ο Πεισίστρατος όρισε περίπου το 535 π.Χ. επιτροπή ποιητών η οποία ανέλαβε να συγκεντρώσει τα διασκορπισμένα μέρη των επών, να επιμεληθεί εκ νέου το κείμενο και να καταγράψει τα έπη στη βάση των προφορικών παραδόσεων των ραψωδών. Η πρώτη συστηματική εργασία για την οριστική αποκατάσταση των ομηρικών έργων έγινε στην Αλεξάνδρεια από τους φιλολόγους του Μουσείου, οι οποίοι έκαναν πραγματικά τεράστια επιστημονική εργασία. Χάρη σ’ αυτούς, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια πήραν τη μορφή που σώθηκε στα μεσαιωνικά χειρόγραφα, από τα οποία γίνονται οι σύγχρονες εκδόσεις.
Παρότι είναι τα πρώτα μνημεία της ελληνικής ποίησης και ανεξάρτητα από τις φιλολογικές έριδες, τα Ομηρικά Έπη είναι έργα αισθητικής ωριμότητας, τέχνης και ανθρωπισμού. Αποτελούν μνημεία ανεκτίμητης τέχνης, τα οποία γαλούχησαν γενεές επί γενεών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο ουμανισμός και το ανθρώπινο στοιχείο, ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ελληνικής αρχαιότητας, ήδη είναι διάχυτο στο ομηρικό έργο. Τα Ομηρικά ποιήματα παρουσιάζουν επίσης τεράστιο ενδιαφέρον από γλωσσολογικής και υφολογικής άποψης. Καταρχήν, το εύρος και η πολυπλοκότητα του μέτρου ήταν τελείως ασυνήθιστα στην ηρωική ποίηση. Η γλώσσα είναι συνειδητά ποιητική, και περιέχει λέξεις των οποίων το νόημα δεν γνώριζαν ούτε οι ίδιοι οι ραψωδοί, οι οποίες όμως ανήκαν στο επικό ύφος. Ταυτόχρονα, το ομηρικό ύφος μπορεί να είναι πολύ άμεσο και απλό, και δεν έχει το πομπώδες και απρόσιτο ύφος που χαρακτηρίζει άλλους μεταγενέστερους ποιητές όπως ο Βιργίλιος ή ο Ρακίνας. Οι μακροσκελείς και περίτεχνες μεταφορές που χρησιμοποιεί ο Όμηρος επίσης διαφοροποιεί αυτά τα ποιήματα από όλες τις άλλες επικές παραδόσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτές τις μεταφορές ο Όμηρος έχει την ευκαιρία να απεικονίσει αντικείμενα και σκηνές του κόσμου που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί, όπως η φύση, οι διάφορες οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων, επαγγελματικές δεξιότητες, κ.ά. Έτσι, ο κόσμος του Ομηρικού έπους περιλαμβάνει και περιγράφει ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο τις μάχες ή τον θάνατο, δημιουργώντας στον αναγνώστη μια αίσθηση μοναδικού ρεαλισμού συνδυάζοντας με μοναδική επιτυχία τον ποιητικό λυρισμό με τον νατουραλισμό. Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στον Όμηρο αποδίδονται επίσης μια συλλογή 34 Ομηρικών Ύμνων, δεκαέξι μικρά ποιήματα που ονομάζονται «Επιγράμματα» και το σατυρικό ποίημα «Μαργίτης».
Ο Όμηρος ως αοιδός.
Αλλά, πέρα από τη γνώση του ονόματός του και τις εικασίες για τον χρόνο και τον τόπο της γέννησης του, η εικόνα του Ομήρου αποτελεί κυρίως προβολή των ίδιων των μεγάλων επών. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους υποδηλώνουν τις προτιμήσεις του και την αντίληψή του για τον κόσμο, αλλά αποκαλύπτουν επίσης πιο συγκεκριμένα στοιχεία για την τεχνική του για το τι είδους ποιητής ήταν. Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις των Ομηρικών σπουδών, η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με το όνομα του Αμερικανού ερευνητή Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry), ήταν ότι η Ομηρική παράδοση ήταν προφορική, ότι επρόκειτο για ένα είδος ποίησης που δημιουργήθηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και χωρίς το ενδιάμεσο της γραφής. Πράγματι, ο όρος που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Όμηρος για τον ποιητή είναι αοιδός, δηλαδή τραγουδιστής. Στην Οδύσσεια περιγράφονται με αρκετή λεπτομέρεια δύο τέτοιοι ποιητές. Ο Φήμιος, αοιδός στο ανάκτορο του Οδυσσέως στην Ιθάκη, και ο Δημόδοκος, ο οποίος ζούσε στην πόλη των ημι-μυθικών Φαιάκων και τραγουδούσε τόσο για τους ευγενείς στο ανάκτορο του Αλκίνοου όσο και για το κοινό το οποίο είχε συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει τους αθλητικούς αγώνες προς τιμήν του Οδυσσέα. Με την ευκαιρία αυτή, έψαλλε τον παράνομο έρωτα του Άρη και της Αφροδίτης σε μία παραλλαγή η οποία περιέχει ακριβώς 100 Ομηρικούς στίχους. Αυτή, αλλά και άλλα άσματα τα οποία αποδίδονται σ’ αυτούς τους αοιδούς, όπως λόγου χάρη το άσμα του Δούρειου Ίππου το οποίο περιλαμβάνεται στην Οδύσσεια, δείχνουν ότι οι απλοί της ηρωικής παράδοσης δούλευαν με σχετικά σύντομα ποιήματα τα οποία μπορούσαν να παρουσιαστούν αυτοτελώς σε μια δεδομένη ευκαιρία. Αυτό θα το περίμενε κανείς και άλλωστε επιβεβαιώθηκε από τις συνήθειες των τραγουδιστών και του ακροατηρίου σε άλλες περιόδους και σε άλλα μέρη του κόσμου. Όποια και να ήταν η περίσταση η οποία προσφερόταν για το ηρωικό τραγούδι- μια γιορτή ευγενών, ένα θρησκευτικό πανηγύρι, ή λαϊκές συγκεντρώσεις στο καπηλειό ή στην αγορά- ένας φυσικός περιορισμός στην έκταση του ποιήματος ήταν ο διαθέσιμος χρόνος και το ενδιαφέρον του ακροατηρίου, καθώς και η φυσική αντοχή του αοιδού και το εύρος του ρεπερτορίου του.
Τέτοια σχετικά σύντομα άσματα πρέπει να απετέλεσαν το υπόβαθρο της παράδοσης που κληρονόμησε ο Όμηρος και η περιγραφή του Δημόδοκου και του Φήμιου πρέπει να είναι ακριβής ως προς αυτό. Εκείνο που φαίνεται ότι υπήρξε η συμβολή του ίδιου του όμηρου ήταν η εισαγωγή μιας νέας αντίληψης για μία ποίηση διαφορετικού ύφους με την μορφή του μνημειακού ποιήματος, η παρουσίαση του οποίου απαιτούσε περισσότερο από μία συγκεκριμένη και μοναδική ευκαιρία ή ένα απογευματινό, και που του έδινε την ευκαιρία να δημιουργήσει νέες και συνθετότερες από λογοτεχνική και ψυχολογική άποψη εντυπώσεις από εκείνες που δημιουργούσαν τα πιο ανεκδοτολογικά, επεισοδιακού χαρακτήρα ποιήματα των προκατόχων του.
Ποιητικές Τέχνες.
Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς πώς είναι δυνατόν να κατατάσσεται ο Όμηρος με τόση βεβαιότητα στην ομάδα των αοιδών, δεδομένου ότι διαφέρει από τον Φήμιο ή τον Δημόδοκο ως προς την έκταση των ποιημάτων και πιθανώς να ήταν ριζικά διαφορετικός ως προς τις ποιητικές του τεχνικές. Η ίδια η φύση των ποιημάτων του θα μπορούσε να απαντήσει κατά μεγάλο μέρος στο πρόβλημα. Το ύφος των ποιημάτων του στηρίζεται στην «τυποποίηση», στηρίζεται δηλαδή σημαντικά στη χρήση όχι μόνον ενός αποθέματος στερεότυπων επιθέτων και επαναλαμβανόμενων στίχων ή ομάδων στίχων (φαινόμενο το οποίο παρατηρείται σε μικρότερο βαθμό σε έναν απομιμητή του όπως τον Βιργίλιο, ο οποίος χρησιμοποιούσε γραφή) αλλά επίσης σε ένα πλήθος τυποποιημένων στερεότυπων φράσεων που χρησιμοποιούνται κατ’ επανάληψη για να εκφράσουν μια παρόμοια ιδέα σε ένα παρόμοιου περιεχομένου μέρος του ποιήματος. Το καθαρότερο και απλούστερο παράδειγμα είναι τα επιλεγόμενα τυποποιημένα στερεότυπα συμπλέγματα ονομάτων-επιθέτων. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα σύστημα στο οποίο κάθε μεγάλος θεός ή ήρωας διαθέτει μία ποικιλία επιθέτων, η επιλογή των οποίων γίνεται κάθε φορά ανάλογα με το πόσο χώρο του στίχου ή ποιο τμήμα του θέλει να καταλάβει ο αοιδός. Ο Οδυσσέας αποκαλείται «διογένης Οδυσσεύς», «πολύμητις Οδυσσεύς», ή «πολύτλας δίος Οδυσσεύς» απλώς και μόνο ανάλογα με την ποσότητα του υλικού που χωρά στο υπόλοιπο τμήμα του εξάμετρου στίχου. Για τα πλοία, χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «μέλαινα νήες», «νήες αμφιέλισσαι», «νηός είσης», «νήες μιλτοπάρηοι», «γλαφυραί νέες», όχι για να γίνει διάκριση κάποιου συγκεκριμένου πλοίου από τα άλλα, αλλά μόνον ως προς τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις του ρυθμικού περιεχομένου. Ολόκληρο το σύστημα των συμπλεγμάτων ονομάτων-επιθέτων διακρίνεται τόσο για την έκταση όσο και για την οικονομία του, καλύπτει μία μεγάλη ποικιλία θεμάτων με ελάχιστες επαναλήψεις ή περιττές επικαλύψεις. Θα έλεγε κανείς ότι ένα τόσο τέλειο και σύνθετο σύστημα δεν θα μπορούσε να έχει επινοηθεί από έναν μόνον ποιητή, αλλά θα πρέπει να εξελίχθηκε μέσα από μία μακρόχρονη παράδοση, η οποία είχε ανάγκη τόσο την έκταση όσο και την οικονομία για λειτουργικούς λόγους, μια παράδοση η οποία στηριζόταν σ’ αυτές τις στερεότυπες ενότητες φράσεων λόγω της προφορικής της φύσης, όπου η απομνημόνευση, η άσκηση και ένα είδος αυτοσχεδιασμού αντικαθιστούν την προμελετημένη, αυτοδιορθωνόμενη, λέξη προς λέξη διαδικασία του συγγραφέα ο οποίος χρησιμοποιεί χαρτί και μολύβι. Ομολογουμένως το υπόλοιπο Ομηρικό λεξιλόγιο δεν είναι τόσο έντονα τυποποιημένο όσο στην περίπτωση των συμπλεγμάτων ονόματος-επιθέτου (ή όπως στο άλλο γνωστό παράδειγμα των τυποποιημένων εκφράσεων, για να δηλωθεί η αρχή και το τέλος μιας ομιλίας). Πολλές εκφράσεις, πολλά τμήματα προτάσεων έχουν επινοηθεί ειδικά για την συγκεκριμένη περίπτωση ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Αλλά, ακόμη και έτσι, υπάρχει ένα έντονα τυποποιημένο και προκατασκευασμένο στοιχείο στην τεχνητή γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Όμηρος, ακόμη και σε λιγότερο εμφανείς περιπτώσεις, όπως είναι η διάταξη των μορίων, των συνδέσμων και των αντωνυμιών.
Φαίνεται λοιπόν ότι ο Όμηρος πρέπει να εκπαιδεύτηκε, όπως κάθε αοιδός, αρχίζοντας με την συγκρότηση ενός ρεπερτορίου από κανονικού μεγέθους άσματα τα οποία αποθησαύριζε από το απόθεμα των ήδη καθιερωμένων αοιδών.
Οι μεγάλες ηρωικές περιπέτειες του παρελθόντος πρέπει ήδη να είχαν εξέχουσα θέση σε κάθε ρεπερτόριο, ιδιαίτερα οι πανελληνίου χαρακτήρα εκστρατείες των Επτά επί Θήβας, των Αργοναυτών και η Τρωική εκστρατεία. Ορισμένα επεισόδια του Τρωικού πολέμου ίσως είχαν ήδη ιστορηθεί σε άσματα ασυνήθιστης έκτασης, τέτοιας όμως που να επέτρεπε την παρουσίασή τους αυτοτελώς, σε μία και μόνη συνάθροιση. Η διαδικασία αυτή όμως ενδεχομένως προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση με την δημιουργία της Ιλιάδας η οποία αποτελείται από περισσότερους από 16.000 στίχους και της οποίας η παρουσίαση πιθανώς να απατούσε τέσσερις, πέντε, ή και περισσότερες πολύωρες απογευματινές συναθροίσεις. Αυτή η στροφή προς τη μνημειακότητα, η οποία έθετε ασυνήθιστους, και σχεδόν παράλογους όρους στους ακροατές, προϋπέθετε έναν αοιδό εξαιρετικής ικανότητας και φήμης, ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλλει την νέα και προφανώς δύσκολη μορφή στους ακροατές του απλώς και μόνον με την ασυνήθιστη ιδιοφυΐα του άσματός του. Ο 8ος αιώνας ήταν και από άλλες απόψεις μία περίοδος πολιτισμικών καινοτομιών, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται η τάση για μνημειακότητα. Οι πελώριοι ναοί (όπως ο αρχαιότερος ναός της Ήρας στη Σάμο) και τα μεγάλου μεγέθους ταφικά αγγεία (όπως οι κρατήρες και οι αμφορείς του λεγόμενου γεωμετρικού ρυθμού από τους τάφους του Διπύλου στην Αθήνα) πιθανώς να βρήκαν το λογοτεχνικό τους ανάλογο στην ιδέα μιας εκτενούς πραγμάτευσης του Τρωικού πολέμου. Κυρίως όμως ο Όμηρος δημιουργούσε κινούμενος από την τάση για επεξεργασία και επέκταση η οποία χαρακτηρίζει όλη τη γνωστή ηρωική προφορική ποίηση. Ο αοιδός δεν οικειοποιείται ένα άσμα από κάποιον άλλο απλώς απομνημονεύοντάς το. Προσαρμόζει αυτό που ακούει στο δικό του απόθεμα φράσεων, τυποποιημένων σκηνών και θεμάτων και έχει την τάση να αντικαθιστά ότι δεν του είναι οικείο με κάτι που ήδη γνωρίζει ή να το επεκτείνει προσθέτοντας το οικείο του υλικό σε σημεία, όπου πιθανόν είναι το νέο να παρουσιάζει ελλείψεις. Κάθε αοιδός ο οποίος λειτουργεί στα πλαίσια μιας ζωντανής προφορικής παράδοσης έχει την τάση να αναπτύσσει αυτό που μαθαίνει. Υπάρχει ένα στοιχείο αυτοσχεδιασμού, όπως και το στοιχείο της μνήμης στην ιδιοποίηση του νέου υλικού. Κρίνοντας από την πρακτική των τραγουδιστών η οποία ερευνήθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά στη Ρωσία, τη Σερβία, την Κύπρο και την Κρήτη, η τάση για προσαρμογή, επεξεργασία και βελτίωση είναι φυσική κλίση όλων των προφορικών ποιητών.
Διαμόρφωση της δομής των επών μέσω προσθετικής διαδικασίας.
Ο Όμηρος πρέπει να αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επεξεργαστεί το υλικό του όχι μόνον ποιοτικά, αλλά και ως προς την έκταση και την συνθετότητα της πλοκής. Κάθε προφορική ποίηση είναι κατ’ ουσίαν δημιούργημα προσθετικής διαδικασίας. Ο στίχος δημιουργείται προσθέτοντας την μία φράση στην άλλη, προσθέτοντας τον έναν στίχο στον άλλο. Το σύνολο της πλοκής ενός άσματος συντίθεται με την προοδευτική συσσώρευση ελασσόνων μοτίβων και μειζόνων θεμάτων, από τις απλές ιδέες (όπως «η αναχώρηση του ήρωα» ή «ο ήρωας απευθύνεται στον εχθρό του»,) και τις τυπικές σκηνές (όπως οι συναθροίσεις ανθρώπων ή θεών) ως σύνθετα, αλλά τυποποιημένα θεματικά σύνολα (όπως τα επεισόδια αναγνώρισης ή συμφιλίωσης). Φαίνεται ότι ο Όμηρος επεξέτεινε αυτή την προσθετική διαδικασία σε νέες περιοχές της ποίησης και της αφήγησης. Ως προς αυτό το σημείο, αλλά και ως προς άλλες απόψεις (όπως, λόγου χάρη, στην ποιητική του έκφραση), εφάρμοζε το δικό του ατομικό όραμα στο γόνιμο υλικό της εκτεταμένης και πασίγνωστης παράδοσης.
Το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ ότι σε ένα κανονικό παραδοσιακό ποίημα. Για να καταλάβει κανείς την καταγωγή και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της Ιλιάδας και της Οδύσσειας σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσει να εντοπίσει όχι μόνον τα ιδιαίτερα στοιχεία της Προομηρικής παράδοσης, αλλά επίσης και την πιθανή συμβολή του ίδιου του Ομήρου είτε αυτή διακρίνεται από το γεγονός ότι βασίζεται στην μνημειακότητα, είτε από τις φανερές καινοτομίες της ως προς την παράδοση συνολικά είτε από άλλα στοιχεία. Είναι απαραίτητο να εντοπιστούν στο μέτρο του δυνατού τα στοιχεία της γλώσσας και των διαλέκτων, όπως λόγου χάρη τα κατάλοιπα της μυκηναϊκής γλώσσας ή λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στις αιολικές πόλεις της δυτικής Μικρασιατικής ακτής ή τύποι της αθηναϊκής διαλέκτου οι οποίοι εισήχθησαν στα έπη μετά την εποχή του Ομήρου.
Το ίδιο πρέπει να συμβεί με τις ειδικές αναφορές σε θέματα οπλισμού, ενδυμασιών, κατοικιών, ταφικών εθίμων, πολιτικής γεωγραφίας και ούτω καθεξής, τα οποία μπορεί να τοποθετούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ή στην περίοδο κατά την οποία έδρασε ο Όμηρος- τουλάχιστον πρέπει να χρονολογηθούν ως σχετικά πρώιμα ή όψιμα μέσα στο σύνολο της ποιητικής παράδοσης μέχρι τον Όμηρο.
Η «Οδύσσεια».
Στην Οδύσσεια επικρατεί η τάση κάποιας ηπιότερης έκφρασης και σε ορισμένες περιπτώσεις η εξέλιξη της δράσης είναι πιο εκτεταμένη, όμως η δομή της είναι ακόμη πιο σύνθετη και αρμονική από της Ιλιάδας. Τα κύρια σημεία της πλοκής της είναι : η κατάσταση στην Ιθάκη, όπου η Πηνελόπη, σύζυγος του Οδυσσέα και ο νεαρός γιός τους Τηλέμαχος είναι αδύναμοι μπροστά στους προπετείς μνηστήρες και έχουν απογοητευθεί ότι μπορεί να επιστρέψει κάποτε ο Οδυσσέας από τον Τρωικό πόλεμο. Το μυστικό ταξίδι του Τηλέμαχου στην Πελοπόννησο με σκοπό να πληροφορηθεί για την τύχη του πατέρα του και οι εκεί συναντήσεις με τον Νέστορα, τον Μενέλαο και την Ελένη. Ο επικίνδυνος διάπλους του Οδυσσέα, τον οποίο αντιμάχεται ο ίδιος ο θεός της θάλασσας Ποσειδών, από το νησί της Καλυψώς στη νήσο των Φαιάκων. Η αφήγηση των καταπληκτικών περιπετειών του (από την ι στη μ ραψωδία) μετά την αναχώρησή του από την Τροία, μεταξύ άλλων και της απόδρασής του από το σπήλαιο του κύκλωπα Πολύφημου. Η νυκτερινή άφιξή του, μόνου πλέον, στην Ιθάκη περίπου στα μέσα του ποιήματος, η συνάντησή του με την προστάτιδα του θεά Αθηνά, οι διάφορες μεταμορφώσεις του, η αυτοπαρουσίασή του στον πιστό του χοιροβοσκό Εύμαιο και κατόπιν στον Τηλέμαχο, το περίπλοκο σχέδιό τους για την εξόντωση των μνηστήρων και η αιματηρή του ολοκλήρωση. Τέλος, η αναγνώρισή του από την πιστή Πηνελόπη, στην οποία εξιστορεί τις περιπέτειές του, η συνάντησή του με τον γέροντα πατέρα του Λαέρτη και η αποκατάσταση, με την βοήθεια της Αθηνάς, της σταθερότητας στο νησιώτικο βασίλειο της Ιθάκης.
Η συμβολή της προσωπικότητας του Ομήρου φαίνεται ότι ήταν εντονότερη σε ορισμένα από τα πιο ευδιάκριτα μορφικά στοιχεία των ποιημάτων. Η συμμετοχή των θεών μπορεί να προσδώσει μεγαλοπρέπεια στα συμβάντα της ανθρώπινης ζωής, αλλά μπορεί και να τα κάνει να φαίνονται ευτελή ή τραγικά. Θα πρέπει να ανήκουν από αρκετό χρονικό διάστημα στην ηρωική παράδοση, όμως η συχνότητα και ο πλούτος των συναθροίσεων των θεών στην Ιλιάδα ή η ιδιόμορφα προσωπική και αμφίθυμη σχέση ανάμεσα στον Οδυσσέα και την Αθηνά στην Οδύσσεια, μάλλον αντανακλούν το γούστο και την ικανότητα του βασικού συνθέτη. Η πολυπρισματικότητα των μαχών, η επαμφοτερίζουσα ρεαλιστικότητα των σκηνών θανάτου σε εκατοντάδες μορφές πρέπει να είχαν διαμορφωθεί ήδη από τους προκατόχους του Ομήρου, αλλά ποτέ πριν δεν πρέπει να είχαν αναπτυχθεί με τέτοιο επιβλητικό και σύνθετο τρόπο. Η τεχνική των εκτεταμένων παρομοιώσεων απαλύνει την υπερένταση που προκαλεί η ηρωική δράση, με την φωτεινή παρεμβολή ενός αρκετά διαφορετικού και συχνά ειρηνικού παράλληλου σύγχρονου κόσμου, μέσα από εικόνες συχνά νοσταλγικές, που απογειώνονται από το συγκεκριμένο σημείο σύγκρισης. Αυτές οι παρομοιώσεις, τουλάχιστον ως προς τη θέση τους και το περιεχόμενό τους, πρέπει να είναι έργο του βασικού δημιουργού. Πέρα όμως από αυτά που μπορεί να διαισθάνεται κανείς γενικότερα για την συμβολή του ποιητή, κάθε απόπειρα να εντοπιστούν συγκεκριμένα τα στοιχεία της προσωπικής του συμβολής καταλήγει συχνά σε μοναδικότητά τους ακριβώς στη δημιουργική και κατά συνέπεια μη αναλύσιμη συρροή της παράδοσης και της προσωπικής επιδίωξης, της κρυστάλλινης σταθερότητας ενός τυποποιημένου ύφους και της κινητικότητας και του αυθορμητισμού ενός λαμπρού προσωπικού οράματος. Το όνομα «Όμηρος» σημαίνει πάνω απ’ όλα αυτή την σύντηξη.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό αμάλγαμα λογοτεχνικής δύναμης και ευγένειας. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια όμως οφείλουν την εξέχουσα θέση τους όχι τόσο στην αρχαιότητά τους και στη θέση τους στον ελληνικό πολιτισμό στο σύνολό του, αλλά στη διαχρονική τους ικανότητα να εκφράζουν με τέτοια μεγέθη τον θρίαμβο και τις απογοητεύσεις της ανθρώπινης ζωής. Παρόλο που ως έναν βαθμό με το θέμα αυτό ασχολείται κάθε λογοτεχνικό είδος, τα επικά ποιήματα γενικά στα σημεία ακριβώς, όπου θα το ανέμενε κανείς, δεν εκφράζουν τέτοιους προβληματισμούς. Τα Ομηρικά έπη όμως, υπερβαίνουν τα άμεσα θέματα της ηρωικής μάχης ή της αναμέτρησης με τους θεούς και την φύση ή τον αγώνα με τις δαιμονικές δυνάμεις, και αυτό το επιτελούν μέσω μιας ποιητικής γλώσσας μεγάλης απλότητας και ευαισθησίας, με μια αδρή και εκπληκτικά ευέλικτη τεχνική και έναν πυρήνα θαυμάσιων ιστοριών με θέμα τον Τρωικό πόλεμο και τις επιπτώσεις του. Όμως η μεγαλύτερή τους δύναμη βρίσκεται στη δραματική τους ποιότητα, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος κάθε έπους αποτελείται από διαλόγους και μονολόγους στους οποίους η ρητορική δεινότητα ελέγχεται συνεχώς, ενώ αναδεικνύονται οι ατομικοί χαρακτήρες, καθώς έρχονται σε αντιπαράσταση μεταξύ τους και με τους θεούς με συμβουλές, ερωτήσεις, ικεσίες, υποταγή στη μοίρα και πάθος. Ο Αχιλλεύς, ο Έκτωρ, ο Μενέλαος, ο Αίας, ο Οδυσσεύς, οι άλλοι, αποκτούν μιαν ηρωική λάμψη την οποία ακόμη και οι Έλληνες τραγικοί αργότερα δυσκολεύτηκαν να απομιμηθούν. Αυτό ήταν αποτέλεσμα εν μέρει της αρχαϊκότητας των πανάρχαιων αυτών ιστοριών τις οποίες οι ειδικές τεχνικές της μνημειώδους σύνθεσης δεν μπόρεσαν να συγκαλύψουν. Το αποτέλεσμα όμως αυτό εξαρτάται και από ένα στοιχείο που υπερβαίνει την αρχαϊκότητα, δηλαδή από την απόλυτα μυθική ποιότητα η οποία προσδίδει σε αυτές τις ιστορίες κάτι από την παγκοσμιότητα στην οποία προσβλέπει κάθε λογοτεχνία. Αυτό επιτεύχθηκε από τον Όμηρο με συνέπεια και με μία φαινομενική ευκολία, η οποία όμως πρέπει να είναι απατηλή.
Η γλώσσα των ομηρικών επών.
Την γλωσσική μορφή στην οποία είναι γραμμένα τα έπη την συνιστούν ανομοιογενή χαρακτηριστικά, σε βαθμό που δεν είναι δυνατόν να αντιστοιχεί σε γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για ομιλία ή επικοινωνία σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Στα συστατικά της γλώσσας των επών αναγνωρίζονται στοιχεία ζωντανά σε αρχαίες ελληνικές διαλέκτους που η χρήση τους διαχρονικά ή διατοπικά επαληθεύτηκε σε επιγραφές (οι παλαιότερες είναι οι μυκηναϊκές), σε μεταγενέστερη ποίηση και από έμμεσες μαρτυρίες. Ανιχνεύονται όμως σε όχι μικρό ποσοστό και στοιχεία απ’ αρχής τεχνητά που την δημιουργία τους επέβαλαν και την διατήρησή τους ή την απόρριψή τους καθόριζαν οι ανάγκες της προσωδίας. Αυτά τα στοιχεία υπάγονται στα λεγόμενα «επικά» γλωσσικά φαινόμενα που συνυφαίνονται είτε με την προσωδία (π.χ., οι μετρικές εκτάσεις: είνεκα < ένFκα, μούνος) είτε με τον τρόπο γένεσης των επών (π.χ., οι στερεότυπες εκφράσεις). Η ανάμιξη όλων αυτών των στοιχείων φαίνεται, με τα σημερινά δεδομένα, επίσης τεχνητή. Γλώσσες που δεν μιλήθηκαν ποτέ και που στην υπαρκτή μορφή τους χρησιμοποιήθηκαν στον έντεχνο λόγο, ονομάζονται στη γλωσσολογία λογοτεχνικές.
Η Αρχαία ελληνική γλώσσα, αν εξαιρέσουμε τις επιγραφικές μαρτυρίες σε αγγεία, είναι γνωστή από τη μορφή της στον γραπτό λόγο: ως γλώσσα επίσημης επικοινωνίας, η οποία υφολογικά επεξεργασμένη χρησιμοποιήθηκε και στη ρητορεία, την ιστοριογραφία και την φιλοσοφία και ως λογοτεχνικές διάλεκτοι, καθεμιά τους αντίστοιχη σε ένα λογοτεχνικό είδος. Για παράδειγμα, η ελεγειακή ποίηση ανεξαρτήτως του που και από ποιόν γραφόταν ακολουθούσε τη μορφή της ιωνικής διαλέκτου στην οποία πρωτοκαλλιεργήθηκε.
Η επική διάλεκτος διαφέρει ποιοτικά από τις άλλες ελληνικές λογοτεχνικές διαλέκτους κατά το ότι στη δημιουργία της καθοριστικό ρόλο έπαιξαν όχι τόσο τα υπερτοπικά στοιχεία όσο οι διαχρονικά διαμορφωμένοι τύποι και η ενσωμάτωσή τους ή η απόρριψή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της προσωδίας. Η στρωματική μέθοδος παρουσιάζει με απλουστευμένο τρόπο την ανάμιξη των γλωσσικών στοιχείων στην επική γλώσσα, κυρίως γιατί στηρίζεται στην παλαιότερη διαίρεση των ελληνικών διαλέκτων- διακρίνει δηλαδή κατά σειρά αιολικό, ιωνικό και αττικό στρώμα- και γιατί δεν ερμηνεύει τον ρόλο της ηχητικής εντύπωσης και του ηρωικού, μυθικού στοιχείου. Όταν και σήμερα ποιητές αλλοιώνουν το λεκτικό του προτάσσοντας στις επιλογές τους την ηχητική υφή και κάποιο νόημα των λέξεων, όχι όμως την σημασία τους, ούτε την γραμματική τους ορθότητα ή ακόμη συνταιριάζοντας λέξεις από χρονικά απομακρυσμένα «στρώματα» της γλώσσας, κάνουν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Μόνο που ο Όμηρος το έκανε παρορμητικά, άμεσα.
Με την ανάγνωση της Γραμμικής Β΄ αποκαλύφθηκαν σχέσεις μυκηναϊκής και επικής διαλέκτου: Λέξεις Ομηρικές διαπιστώθηκαν κάτω από συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β΄: φάσγανον, έλαιον, άναξ, ανάκτερος> ανάκτορον, πτόλεμος, τρίπους, δέπας, θώρακες, Αθηνά Ποτνία, Ποσειδών.
Στη νέα διαλεκτική διαίρεση της Αχαϊκής σε Βόρεια (Αιολική) και σε Νότια (Ιωνική, Αττική, Αρκαδοκυπριακή, Μυκηναϊκή των πινακίδων) η επική γλώσσα είναι μίγμα από μυκηναϊκά, ιωνικά, αττικά και αρκαδοκυπριακά στοιχεία.
Τα αρκαδοκυπριακά περιορίζονται σε λέξεις μόνον, π.χ., κασίγνητος, πτόλις. Τα ιωνικά, που είναι και τα περισσότερα, έχουν μορφολογικό χαρακτήρα και επηρεάζουν αντίστοιχα την γραμματική της επικής γλώσσας. Τα αιολικά, τέλος, σχετίζονται με φωνητικά κυρίως φαινόμενα και είναι στοιχεία που προϋπήρχαν στην Αχαϊκή.
Επιλεκτικά, τα κυριότερα γλωσσικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την γλώσσα των επών είναι:
· Η εκφορά ή αποσιώπηση του φωνήματος F (=/w/, αρχαία ονομασία βαυ). Το δίγαμμα F δεν γραφόταν στην Ιωνική-Αττική στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι είχε σιγηθεί εντελώς. Βέβαιο όμως είναι ότι η εκφορά του στους χρόνους του Αρχιλόχου επέτρεπε την έκθλιψη (που είναι αποτέλεσμα της συνάντησης δύο φωνηέντων). Αντίθετα, μαρτυρείται η χρήση του σε αιολικές και δωρικές επιγραφές έως και τον 4ο αιώνα. Στην ελληνιστική εποχή το F δεν ήταν πλέον ούτε φωνητικά ούτε ορθογραφικά γνωστό και γι’ αυτό δεν σημειώνεται στη χειρόγραφη παράδοση των Ομηρικών κειμένων. Η αποκατάστασή του στις θέσεις, όπου εξέπεσε, έγινε από τον φιλόλογο Μπέντλυ (Bentley) και έλυσε πολλές ανωμαλίες, της φωνητικής, της μορφολογίας και της προσωδίας στη γλώσσα των επών, όπως:
1. Χασμωδίες, δηλαδή τη διατήρηση δύο διαδοχικών φωνηέντων χωρίς συναλοιφή στο εσωτερικό των λέξεων ή στην αρχή μιας λέξης και στο τέλος της προηγούμενής της (π.χ., Α 151: τω οι έσαν αντί : τω Fοί έσαν / Ε 816: ερέω έπος αντί : ερέω Fέπος / Α 85 : μάλα ειπέ αντί : μάλα Fειπέ).
2. Αλλοίωση της προφοράς φθόγγων, δηλαδή η έκπτωση του F δημιούργησε την ανάγκη αποκατάστασης κάποιου φωνητικού κενού, έτσι ώστε το Fιλεύς ή το Fινος να γραφούν Οιλεύς και οίνος και το βοFς να γραφεί βους.
3. Διατάραξη της κανονικής προσωδίας (του δακτυλικού εξάμετρου) με παρουσία βραχέος μετά την έκπτωση του F αντί μακρού. Η αποκατάσταση του F ρυθμίζει την ποσότητα των συλλαβών, π.χ., Γ 310: εις δίφρον Fάρνας / Ι 409: οι δ’ απαμειβόμενοι Fέπεα πτερόεντα αγόρευαν (η φράση είναι στερεότυπη) /Α 108: εσθλόν δ’ ούτε τι πω Fείπες Fέπος ούτ’ ετέλεσσας.
Έχει αποδειχτεί ότι σε 3.354 χωρία των επών η αποκατάσταση του F είναι προσωδιακά αναγκαία. Αντίθετα, σε 617 άλλα χωρία η ποσότητα των συλλαβών ρυθμίζεται ανεξάρτητα από την παρουσία του F. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι τους αιολικούς τύπους δεν τους αντικαθιστούν ιωνικοί σε άλλη περίπτωση παρά μόνον αν η προσωδία εξυπηρετείται κι από τους δύο.
Ο ίδιος ο φθόγγος είχε ημιφωνικό χαρακτήρα, ο οποίος του προσέδιδε μία ποικιλία τονικότητας και ακουστικής εντύπωσης. Πράγματι, στην πρωτότυπη αιολική μορφή τους «μετατυπώνοντας» χωρία, αποκάλυψαν οι μελετητές συνηχήσεις και παρηχήσεις που επιβεβαιώνουν την ηχητική ευελιξία του.
· Αιολικοί τύποι προσωπικών αντωνυμιών παράλληλα με τους ιωνικούς : άμμες-ημείς, άμμε-ημάς, τύνη-συ.
· Αιολικοί τύποι απαρεμφάτου σε -μεναι και -μεν (έμμεναι) και παράλληλοι ιωνικοί (είναι).
· Αιολικοί τύποι (που οπωσδήποτε προέρχονται από την Αχαϊκή) της ονομαστικής ουσιαστικών σε ά (νεφεληγερέτα, Πεισιδίκα).
· Αποκοπή των προθέσεων (από την Αχαϊκή): κάτθανε, άμ (=ανά) πεδίον.
· Παράλληλη χρήση του ιωνικού επιτατικού ερι- και του αντίστοιχου αιολικού αρι- (π.χ., αρίγνωτος, ερίηρος).
· Πατρωνυμικά με κατάληξη –ίων, -ίος (από την Αιολική), π.χ., Πηλείων, και παράλληλα με κατάληξη –ίδης (από την Ιωνική), π.χ., Πηλείδης.
· Ασάφεια στη χρήση ή μη της δάσυνσης (φαινόμενο της Αιολικής είναι η ψίλωση, της Αττικής, η δάσυνση), π.χ., ηέλιος, ήμαρ, άμμες και παράλληλα ημέες, επάλμενος και παράλληλα εφέστιος.
· Ασυναίρετοι τύποι παράλληλα με συνηρημένους. Δεν έχουν ταξινομηθεί οι περιπτώσεις της ύπαρξης ή μη συναίρεσης (το ίδιο συμβαίνει και με την συνίζηση και την κράση), έτσι ώστε να διαπιστωθούν η προέλευση και οι τάσεις αυτών των φαινομένων.
· Η μετρική διέκταση, δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο δύο διαδοχικά όμοια φωνήεντα διατηρούνται ασυναίρετα και μεταβάλλονται σε βραχύ και μακρό αντίστοιχα, π.χ., ορόωντες, ευχετάασθαι, σαόφρων.
Διεξοδικότερη διαπραγμάτευση του θέματος και νεώτερες εξελίξεις βλ. Τόμ. ΕΛΛΑΣ (Ελληνική γλώσσα).
Μέτρο – Προσωδία.
Το είδος του μέτρου στο οποίο είναι συντεθειμένα τα Ομηρικά έπη παραδίδεται στο σύστημα που χρησιμοποίησε ο μετρικός Ηφαιστίων (130-169 μ.Χ.) με την ονομασία δακτυλικό. Ο Αριστοτέλης το ονομάζει ηρωικόν και το χαρακτηρίζει στην Ποιητική (1459b) στασιμώτατον και ογκωδέσταστον των μέτρων («ιδιαίτερα σταθερό, ήρεμο και μεγαλοπρεπές») και κατάλληλο ιδίως για απαγγελία. Πράγματι, το εξάμετρο του Ομηρικού στίχου με τους πέντε δακτύλους και τον τελικό σπονδείο ή τροχαίο, όπου η τελευταία συλλαβή είναι αδιάφορη και η τομή μπορεί να μετακινείται από τον τρίτο πόδα (μετά την θέση) στον τέταρτο πόδα, προκαλώντας μία αντίστοιχη αυξομείωση των αντίστοιχων τμημάτων του στίχου, προσδίδει ιδιαίτερη κίνηση, σφρίγος και ένταση στο ύφος. (Για την δομή και τις παραλλαγές του δακτυλικού εξαμέτρου βλ. λ. ΜΕΤΡΙΚΗ).
Ειδικά το Ομηρικό εξάμετρο συνδέεται κατ’ εξοχήν με την προσωδία, δηλαδή την αναλογική χρονική διάρκεια κάθε συλλαβής κατά την προφορά και την ρυθμική συμπλοκή των συλλαβών. Αυτό έγινε ιδίως σαφές από την εποχή που ο Μίλμαν Πάρυ εφήρμοσε την μέθοδο των στερεοτύπων φράσεων στη μελέτη του εξαμέτρου (βλ. Les formulas et la metrique d’ Homere,1928). Στην τελευταία της εξέλιξη, η έρευνα ανάγει στο θέμα της προσωδίας και τα προβλήματα τα σχετικά με την προέλευση του δακτυλικού εξαμέτρου, που γενικά παρέμεναν ως σήμερα άλυτα ( ΠΡΟΣΩΔΙΑ).
Υποδοχή του Ομήρου στη Δύση.
Τυχαίο είναι το γεγονός καθ’ εαυτό, χάρη στο οποίο η Ομηρική ποίηση εισήχθη στη Δύση. Ο Πετράρχης είχε αρχίσει να μαθαίνει τα Ελληνικά θέλοντας να γνωρίσει απευθείας τα πρότυπα των Λατίνων συγγραφέων που μελετούσε, όταν έλαβε ένα αντίγραφο του Ομήρου από τον Βυζαντινό Νικόλα Σιγηρό λίγο μετά το 1353. Η πρώτη σπίθα έπεσε. Το 1360 διορίστηκε ο πρώτος καθηγητής της Ελληνικής στη Φλωρεντία, ο Λεόντιο Πιλάτος, και με παρότρυνση του Πετράρχη και του Βοκκάκιου μετέφρασε την Ιλιάδα στα Λατινικά σε πεζό λόγο. Το έργο De genealogia deorum getilium («Περί της γενεαλογίας των θεών των Εθνικών») του Βοκκάκιου αφορμήθηκε από αυτή την μετάφραση.
Και ο Δάντης χρησιμοποίησε τον Τρωικό μύθο και παρουσίασε σε δική του εκδοχή τη σκηνή του Οδυσσέα στον Άδη (βλ. λ. Οδυσσεύς), τον Όμηρο τον γνώριζε όμως μόνον έμμεσα από αναφορές του Αριστοτέλη και του Οράτιου στην Ars Poetika. Στη φαντασία του όμως τον έπλασε ως ποιητή στο απόγειο του μεγαλείου του.
Με την τόνωση των πολιτιστικών σχέσεων μεταξύ Βυζαντίου και Ιταλίας, κυρίως από τότε που ο Εμμανουήλ Χρυσολωράς ανέλαβε καθηγητής στη Φλωρεντία περί το 1396, άναψε το ενδιαφέρον για την ελληνική ποίηση. Ανάμεσα στα πρώτα έργα που τυπώθηκαν ήταν τα Ομηρικά έπη το 1488 από τον Δημήτριο Χαλκοκονδύλη.
Αρκετά νωρίτερα, από το 1160 περίπου, είχε εμφανιστεί μία αντίρροπη τάση στη Γαλλία με το Le Roman de Troie του Benoit de Sainte-Maure, μυθιστόρημα με θέμα τον Τρωικό πόλεμο που μεταφράστηκε και διαβάστηκε πολύ. Το έργο αυτό εγκαινίασε μια σειρά από μυθιστορήματα με το ίδιο θέμα που πυρήνας τους ήταν οι λατινικές μεταφράσεις ή επιτομές: Ilias Latina, Homerus latinus του 1ου μ.Χ. αιώνα (που παραδόθηκε ως έργο κάποιου Ιταλικού), De bello Troiano του 4ου μ.Χ., έργο του Δίκτυος από την Κρήτη και De escidio Troiae historia του 6ου μ Χ. αιώνα, έργο του Δάρητος από την Φρυγία (βλ. Τρωικός πόλεμος,- απηχήσεις στη λογοτεχνία). Η εξιστόρηση του πολέμου γινόταν από την πλευρά των Τρώων και τα Ομηρικά κείμενα δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν σοβαρά. Ο Βεργίλιος είχε τότε υποσκελίσει τον Όμηρο στις προτιμήσεις των λογίων, όπως ο Ιούλιος Καίσαρ Σκάλιγκερ ο οποίος περί το 1561 στην Ποιητική του δεν δίστασε να παρομοιάσει τον Όμηρο με γύναιο απειλή του όχλου, έναντι της αριστοκρατικής ευγένειας του Βιργιλίουquantum a plebeja ineptaque muliercula matrola distat»). Η αντίδραση φυσικά δεν έλειψε. Εκδηλώθηκε πρώτα στην Ολλανδία με τον Ιωάννη Φόσιο (Johannes Vossius), ο οποίος στις Poeticae Institutiones (1647) ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, υπογράμμισε την ποιητική οικονομία στην τεχνική του Ομήρου, και με τον Λίψιο (Justus Lipsius) και αργότερα, τον 17ο αιώνα, στη Γαλλία, με τον Μπουαλώ (Boileau). Επικές παρωδίες του τύπου της Αρπαγής του κουβά (La secchia rapita), που παρωδούσε την αρπαγή της Ελένης, του Τασόνι (Α. Tassoni), υπέθαλπαν ωστόσο την αντίθετη ανάμεσα στα έργα της κλασικής αρχαιότητας και στις εθνικές λογοτεχνίες. Η πασίγνωστη «Έρις μεταξύ αρχαίων και νεώτερων» δεν άργησε να ξεσπάσει.
Την αίγλη του Ομήρου στην Αγγλία συντηρούσαν οι μεταφράσεις του Τσάπμαν (G. Chapman) στις αρχές του 17ου αιώνα και του Πόουπ (A. Pope) στις αρχές του 18ου αιώνα και αναζωπύρωσε η πραγματεία του Γουντ (R. Wood), An Essay on the Original Genius of Homer (1769). Στην Ιταλία ανακάλυψε την αξία του ο Τζιανμπατίστα Βίκο (Giambattista Viko) στη Νέα Επιστήμη (Scienza Nuova, 2η έκδ. 1744). Στη Γερμανία ο Χέρντερ (Herder), ο Βίνκελμαν (Winkelmann) και κυρίως ο Γκαίτε ενθουσιάστηκαν από την «αλήθεια, το αίσθημα, την φύση» που απέπνεαν τα κείμενα του Ομήρου. Ιδιαίτερα ο Γκαίτε στις Συνομιλίες με τον Έκερμαν (1827) συσχετίζει την ανεξάντλητη δύναμη της ποίησης του Ομήρου με τους ήρωες της Βαλχάλα «που το πρωί κομματιάζονταν και το μεσημέρι παρουσιάζονταν πάλι ζωντανοί».
Θρησκεία και Όμηρος.
Ο θεοδίδακτος Όμηρος –σύμφωνα με τον Πλάτωνα στον «Θεαίτητο» (152e) (α), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στα «Μεταφυσικά» (β) και τον Εύδημο στην περιπατητική ιστορία της Θεολογίας- φέρνει τα πάντα να προέρχονται από τη Ροή και την Κίνηση, δηλαδή από τον Ωκεανό και την Τηθύν, που χαρακτηριστικά τους αποκαλεί «γονείς» πάντων των Θεών (γ).
Ανάλογες πράξεις φαίνονται κι από τη δράση του Ηρακλή. Απάλλαξε μια βαλτώδη περιοχή από τη Λερναία Ύδρα, που μόλυνε την ατμόσφαιρα με την δηλητηριώδη ανάσα του. Απομάκρυνε επίσης, ξεπλένοντας με τα νερά του ποταμού, τη κόπρο του Αυγεία. Οι δύο μύθοι ίσως να αναφέρονται σε έργα παρέμβασης στη μορφή του εδάφους για την εξυγίανση ανθυγιεινών περιοχών.
Όμηρος και ιατρική.
Στο πρώτο επεισόδιο της Ιλιάδας συναντάμε την πρώτη αναφορά σε συγκεκριμένη ασθένεια. Ο Απόλλωνας ρίχνει ένα λοιμό στους Αχαιούς, τοξεύοντας τα βέλη του στους Αχαιούς και τα ζώα τους, επειδή ο Αγαμέμνονας έδειξε ασέβεια πειράζοντας τη Χρυσηίδα, ιέρεια του Απόλλωνα.
Πρόκειται στην ουσία για μια περιγραφή μιας εξαιρετικά μεταδοτικής επιδημίας, με υψηλό πυρετό, ξαφνική έναρξη και θανατηφόρα εξέλιξη. Οι Αχαιοί επανορθώνουν επιστρέφοντας τη Χρυσηίδα, και καθαρίζουν το στρατόπεδο, ρίχνοντας στη θάλασσα κάποια «μιάσματα», κάτι που δείχνει ότι υπήρχε και δυσεντερία, μολυσματικής αιτιολογίας.
Στην Ιλιάδα γίνονται αναφορές για πάνω από 150 κακώσεις από βέλη και σπαθιά, με εντυπωσιακή ακρίβεια για τα «καίρια» σημεία, που δείχνει γνώσεις ανατομίας του ανθρώπινου σώματος.
Ο Όμηρος περιγράφει το κάθε χτύπημα και προλέγει αν θα αποβεί μοιραίο ή τις επιπτώσεις αυτού. Δυστυχώς μικρότερη αναφορά γίνεται ως προς την ίαση του τραύματος, που μάλλον εστιαζόταν ως προς την ανακούφιση του πληγωμένου παρά στην ίδια την πληγή. Αναφέρονται όμως και κάποιοι ειδικευμένοι θεραπευτές όπως ο Μαχάων, γιός του Ασκληπιού, που ειδικεύονταν στην επίδεση και στα βότανα.
Στην Οδύσσεια βρίσκουμε μεταξύ άλλων και τους γιούς του Αυτόλυκου, που περιθάλπουν τον τραυματισμένο από αγριόχοιρο Οδυσσέα, με επιδέξια περίδεση αλλά και μαγικές επικλήσεις.
Το Ομηρικό ζήτημα. Ιστορία, αποτίμηση, προοπτικές.
«Ομηρικό ζήτημα» ονομάστηκε στην ιστορία της κλασικής φιλολογίας το σύνολο των φιλολογικών προβλημάτων που αφορούν στον τρόπο και στο είδος της σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, την χρονολόγησή τους και την απόδειξη της ταυτότητας του δημιουργού τους. Τα προβλήματα αυτά αναφέρονται σε γενικές γραμμές στο αν ο ίδιος ποιητής έγραψε και τα δύο έπη, αν η μορφή με την οποία διασώθηκαν ως σήμερα τα δύο έπη είναι εκείνη που τους δόθηκε από κάποιον ποιητή ή αν πρόκειται για μικρότερα αρχικά ποιήματα που συγκολλήθηκαν αργότερα, ως ποιο βαθμό ο ίδιος ο «ποιητής» τους χρησιμοποίησε προϋπάρχουσα ποίηση και ως ποιο βαθμό τα ίδια τα ποιήματα υπέστησαν μικρότερες ή μεγαλύτερες αλλοιώσεις, παραφθορές ή προσθήκες.
Ξεκινώντας από τους φιλολογικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας στην αρχαιότητα και φθάνοντας στις τελευταίες πριν από την τρέχουσα δεκαετίες, τα προβλήματα αυτά απασχόλησαν ζωηρά τους ειδικούς φιλολόγους και κριτικούς και έδωσαν αφορμή να ερευνηθούν από κάθε πλευρά τα δύο έπη ως ιστορικά, γεωγραφικά, θρησκευτικά, ηθικά, πολιτιστικά, γλωσσικά, μετρικά και υφολογικά στοιχεία τους και να συζητηθούν όλα τα επίμαχα θέματα σχετικά με την ενότητα και την σύνθεσή τους. Με τα δεδομένα για την ύπαρξη γραφής κατά τους Ομηρικούς αλλά και κατά πολύ προγενέστερους χρόνους, για τον ρόλο των επαναλήψεων και των στερεότυπων σκηνών και εκφράσεων, για την ανάμιξη των γλωσσικών στοιχείων και για την διαστρωμάτωση των στοιχείων του πολιτισμού αλλά κυρίως με την επικράτηση της νεοαναλυτικής μεθόδου στη μελέτη και κριτική των επών, το Ομηρικό ζήτημα έχασε πλέον την οξύτητά του και έχει οδηγηθεί αν όχι σε λύση, οπωσδήποτε όμως σε μία πιο γόνιμη προσέγγιση και μία μετατόπιση του κέντρου βάρους από την ορθολογιστική και πραγματολογική κριτική σε μία αισθητικά προσανατολισμένη άποψη.
Απ’ αρχής πρέπει να γίνει σαφές ότι τα προβλήματα που έθεσαν οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι γύρω από τον Όμηρο είναι διαφορετικά στην υφή τους από εκείνα που ανακινήθηκαν στους νεώτερους χρόνους, από τον 18ο αιώνα και εξής, που κορυφώθηκαν στις επαναστατικές θεωρίες του Φρήντριχ Αουγκούστ Βόλφ (Friedrich August Wolf) στα τέλη του 18ου αιώνα και του Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry) στις αρχές του 20ου αιώνα, όσο κι αν στην ιστορία του Ομηρικού ζητήματος αρμολογήθηκαν στην ίδια ευθεία.
Όταν ο Ελλάνικος και ο Ξένων, σύγχρονοι του Αριστάρχου του Σαμόθρακος (217-145 π.Χ.), έριξαν την ιδέα ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν θα μπορούσαν να είναι έργα του ίδιου ποιητή (μη είναι του αυτού Ιλιάδα και Οδύσσειαν) και ονομάστηκαν γι αυτό χωρίζοντες, είχαν πίσω τους μια σειρά από προβλήματα που είχαν θέσει τον 6ο αιώνα η κριτική των ορθολογιστών με τον Ξενοφάνη και αργότερα οι ηθικοπαιδαγωγικές επικρίσεις του Πλάτωνος στην Πολιτεία του. Η ετυμηγορία τους στηριζόταν σε διάφορες και εσωτερικές ανακολουθίες, στις οποίες όμως δεν φαίνεται να έκριναν από πλευρά πραγματολογική, αλλά αισθητική. Ο Όμηρος της Οδύσσειας δεν ήταν ο Όμηρος της Ιλιάδας, δηλαδή το ποιητικό ύφος δεν ήταν το ίδιο στην καθεμία περίπτωση. Την ίδια γραμμή ακολουθώντας συγκρίνει την Οδύσσεια με την Ιλιάδα ο ανώνυμος συγγραφέας του Περί ύψους και χαρακτηρίζει την Οδύσσεια επίλογο της Ιλιάδας. Η σύγκριση του ύφους και της δραματικής διάρθρωσης στα δύο έπη υπήρξε μόνιμο θέμα της κριτικής όχι μόνο του Αριστοφάνη του Βυζαντίου και του Απολλωνίου του Ροδίου αλλά και των Λατίνων (πρβλ. την Ποιητική τέχνη του Ορατίου) όπως και των Βυζαντινών (πρβλ. την συλλογή σχολίων του Ευσταθίου Θεσσαλονίκης με τίτλο Παρεκβολαί εις την Ομήρου Ιλιάδα και Οδύσσειαν).
Αισθητική (και ιστορική) είναι και η προσέγγιση του Ερατοσθένους, μαθητή του Ζηνοδότου (του πρώτου βιβλιοφύλακα της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας), ο οποίος απέρριπτε τον ορθολογισμό του Καλλιμάχου ο οποίος προσπαθούσε να επαληθεύσει γεωγραφικά τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα. Την ίδια στάση υιοθέτησε και ο Αρίσταρχος ο Βυζάντιος, μαθητής κι αυτός του Ζηνοδότου, στην «αποκάθαρση» του Ομηρικού κειμένου από εμβόλιμα ξένα στοιχεία, π.χ. από ασυνήθεις εκφράσεις, τις λεγόμενες γλώσσες, και στην αποκατάσταση της ομοιομορφίας του επικού ύφους. Τον ίδιο χαρακτήρα είχαν και οι διορθωτικές επεμβάσεις του Αριστάρχου του Σαμόθρακος, ο οποίος θέλησε «τον Όμηρον εξ Ομήρου σαφηνίζειν», μολονότι κατακρίθηκε για την νόθευση χωρίων με αιτιολογικό, ορισμένες ανωμαλίες στη χρήση λέξεων ή αντιθέσεις στη διαπραγμάτευση προσώπων και πραγμάτων, που θεωρήθηκε δίκαια αυθαίρετη.
Στη μορφή που έλαβε το γλωσσικό ζήτημα κατά τους νεώτερους χρόνους υπέφωσκε, αντίθετα, το πνεύμα της σύγκρουσης ανάμεσα στις εθνικές λογοτεχνίες και τις αρχαίες που ξέσπασε τον 17ο αιώνα ως η περίφημη Querelle des anciens et des modernes στη Γαλλία και η Battle of the Books στην Αγγλία και που συνεχίστηκε και τον 18ο αιώνα. Μέσα στη διελκυστίνδα των επιχειρημάτων υπέρ ή κατά των Αρχαίων ο Γάλλος αβάς ντ’ Ωμπινιάκ (Hedelin dAubignac) με την πραγματεία του Ακαδημαϊκές εικασίες ή διατριβή περί της Ιλιάδος (Conjectures academiques ou dissertation sur lIliade, 1664) που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του (1715) πήρε θέση κάπου στο μέσον : η αξία στη συνολική της δομή που παρουσίαζε πραγματικές ή πλασματικές αδυναμίες, αλλά στα μικρότερα έπη τα οποία κάποιος συμπιλητής συναρμολόγησε αφήνοντας φανερά ίχνη ανωμαλιών στη σύνδεση. Η καθαρά αισθητική αυτή τοποθέτηση του προβλήματος βρήκε πρόσφορο έδαφος στη φιλολογία. Με το κύρος της αυστηρής επιστημονικής κριτικής ο Γερμανός Φρήντριχ Αουγκούστ Βολφ (Friedrich August Wolf) δεχόταν ότι τα δύο έπη καταγράφηκαν και συναρμολογήθηκαν από τον Πεισίστρατο, ενώ μέχρι τότε μεταδίδονταν από μνήμης. Αυτό εξηγούσε, όπως υποστήριζε, την έλλειψη ενότητας, τις αντιφάσεις ή την παρεμβολή ολόκληρων ραψωδιών ξένων προς τα έπη.
Στη συγκριτική φιλολογική μέθοδο οφείλεται το ότι η θεωρία του Βολφ αποδυναμώθηκε και τελικά εγκαταλείφθηκε. Με την αναδίφηση του τρόπου που εργάζονταν αοιδοί και ραψωδοί σε άλλους λαούς (πρβλ. τις εργασίες του Parry και του Lord) χωρίς να νοιάζονται για αντιφατικές επαναλήψεις, επιβράδυνση του ρυθμού, χάσματα στη λογική εξέλιξη της δράσης κ.ο.κ., και με την εξέταση των ιδιαίτερων νόμων της ποιητικής σύλληψης (σε έργα όπως π.χ. στον Orlando Furioso του Αριόστο) οι οποίοι συντηρούν και ενισχύουν ή και αλληλοεξουδετερώνουν τις ατέλειες κι αδυναμίες που προαναφέρθηκαν, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να καταπολεμηθούν οι απόψεις των αναλυτικών, της σειράς των φιλολόγων οι οποίοι ακολουθώντας τη γραμμή του Βολφ διέκριναν δύο αρχικούς πυρήνες, όπου θα στηριζόταν η αρχική μορφή των επών, και γύρω τους αναγνώριζαν υστερογενή, παρείσακτα και περισσότερο ή λιγότερο γνήσια επεισόδια.
Στο διάστημα των δύο τουλάχιστον αιώνων μετά τον Βολφ η αναλυτική θεωρία διασπάστηκε προς τρεις κατευθύνσεις.
· Την θεωρία των μικρών επών ή της συγκόλλησης. Ανεξάρτητες ενότητες θα έπρεπε σιγά-σιγά σε διάστημα αιώνων να συμπαρατάχθηκαν ή και ατελώς να συνενώθηκαν από τους ραψωδούς, αφήνοντας στις συνδέσεις απρόβλεπτες ανωμαλίες που μετέπειτα δημιούργησαν την εντύπωση ανακολουθιών ή αντιφάσεων. Την θεωρία υποστήριξε ο Λάχμαν (K. Lachmann) υποδιαιρώντας την Ιλιάδα σε 18 ανεξάρτητα τμήματα και δείχνοντας τα σημεία της συναρμολόγησής τους.
· Την θεωρία της συμπίλησης. Από τα αρχικά μικρά ποιήματα, με διαδοχικές τροποποιήσεις και επεξεργασίες στις οποίες αυτά υποβάλλονταν περιοδικά από σειρά ποιητών σε διάφορες χρονικές περιόδους, προέκυπταν συνεχώς μεγαλύτερα ως εκείνη την μορφή που ήταν τελική. Κατά τον κύριο εκπρόσωπο της θεωρίας αυτής, τον Κίρχοφ (A. Kirchhoff), η Οδύσσεια στην τελική φάση της «συμπίλησης» δημιουργήθηκε από τρία έπη που τα «συνέδεσε ένας ποιητής σε ένα ολόκληρο ποίημα».
· Την θεωρία της διεύρυνσης. Ένας αρχικός πυρήνας αναπτύχθηκε σταδιακά με διαδοχικές επεμβάσεις των ραψωδιών ή άλλων διασκευαστών σε τρόπο ώστε η δομή των ποιημάτων να παρουσιάζεται «στρωματική». Αντίστοιχα «στρώματα» επιχείρησαν να διακρίνουν μεταξύ άλλων οι Τάιλερ (W. Theiler), φον ντε Μυλ (P. Von der Muhil) Πέιτζ (D. L. Page), Μαρτσούλο (B. Marzullo).
Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατεύθυνσης τοποθετούνται οι φιλόλογοι Μπέτε (E. Bethe) και Βιλαμόβιτς (U. von Wilamowowitz-Moellendorf). Ο άκρος ορθολογισμός τους όμως και η αντιμετώπιση των επών ως φιλολογικού γεγονότος μάλλον και όχι ως λογοτεχνήματος δεν προώθησε ουσιαστικά το ζήτημα. Η περίπλοκη θεωρία του Βιλαμόβιτς για την γένεση της Ιλιάδας κατέρρευσε μπροστά στην ευελιξία της συγκριτικής φιλολογικής μεθόδου που εφάρμοζε ο Πάρυ. Στον αντίποδα των αναλυτικών θεωριών αναπτύχθηκε ως αντίδραση από την εποχή ήδη του Βολφ η ενωτική κίνηση η οποία αντιπροσωπεύεται μέχρι σήμερα από πολλούς φιλολόγους που εξετάζουν τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια την ενότητα της δομής και του περιεχομένου. Το χάσμα που χώριζε την αναλυτική και την ενωτική θεωρία το γεφύρωσε ένα παραπροϊόν των αντιπαραθέσεων που είχαν εκείνες προκαλέσει, η νεοαναλυτική θεωρία. Οι νεοαναλυτικοί, που κυριότεροι εκπρόσωποί τους ήταν, αρχίζοντας από το 1910, ο Μύλντερ, (D. Mulder), ο Χόβαλτ (E. Howald), ο Ι. Κακριδής, η Ο. Κομνηνού-Κακριδή, ο Πεσταλότσι (H. Pestalozzi) και ο Κούλμαν (W. Kullmann), ακολουθώντας την μέθοδο της δομικής ανάλυσης διερεύνησαν την «προϊστορία» των επών, τα πρότυπά τους, και απέδειξαν ότι χρησιμοποιείται σ’ αυτά υλικό από προγενέστερα, μεγαλύτερα ή μικρότερα σε έκταση ποιήματα, το οποίο όμως προσαρμόζεται κάθε φορά σε άλλα πρόσωπα και μύθους μέσα στα Ομηρικά έπη και, κατά έναν τρόπο, μεταποιείται. Ένα παράδειγμα είναι ο μύθος του Αχιλλέα ως πρότυπο της Πατρόκλειας (ραψωδίες Π-Ρ, Ψ), ένα άλλο ο μύθος του Μελεάγρου σε συνδυασμό με την ραψωδία Ι (πρεσβεία προς τον Αχιλλέα), «αργοναυτικά» ή άλλα ναυτικά παραμύθια για τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα. Με την νεοαναλυτική μέθοδο προωθήθηκε η άποψη της εσωτερικής ενότητας της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και μελετήθηκαν σε ορθή βάση προβλήματα, όπως ανωμαλίες στην πλοκή, συρραφές, επαναλήψεις. Την ενότητα υποστηρίζει η τεχνική πλοκή, προοικονομία- δηλαδή προετοιμασία της δράσης-, επιβράδυνση, νύξεις που αρμολογούν προηγούμενα και επόμενα γεγονότα ή «γραμμές» (π.χ. «γραμμή του Έκτορος») που διατρέχουν όλο το ποίημα. Για τις ανωμαλίες και τις ατέλειες η ευθύνη ανάγεται στα ίδια τα πρότυπα ή σε ανεπιτυχή προσαρμογή των λεπτομερειών τους στο νέο ποιητικό σχέδιο και στις απαιτήσεις των συμφραζομένων. Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της νεοανάλυσης κατέχουν ο Μπάουρα και ο Φ. Κακριδής. Η συμβολή του πρώτου στο βιβλίο του Tradition and Design in the Iliad (1930) συνίσταται στη συνδυαστική προσέγγιση: Αναγνωρίζει ότι «στον Όμηρο οφείλονται ο ποιητικός χαρακτήρας και η τεχνική, το σχέδιο και η πορεία της πλοκής, η δραματικότητα και η έξαρση, ο χαρακτήρας του φανταστικού που παρατηρεί κανείς στην Ιλιάδα, ότι ο ίδιος όμως ο Όμηρος οφείλει πολλά σε προγενέστερη ποίηση». Ο Μπάουρα χρησιμοποίησε την μέθοδο του Πάρυ και της Σχολής του.
Με τον Κακριδή επιβλήθηκε η νεοαναλυτική μέθοδος υπό συγκεκριμένο σχήμα και περιεχόμενο στην Ομηρική κριτική και διευρύνθηκε με την σύγκριση μοτίβων από την νεοελληνική δημοτική ποίηση με αντίστοιχα ομηρικά. Εντυπωσιακά ήταν τα παράλληλα από δημοτική ποίηση και παράδοση προς την ιστορία του Μελεάγρου στην ραψωδία Θ της Ιλιάδας, για την οποία απέδειξε ο Κακριδής ότι αποτελεί έντεχνη προσαρμογή μιας παλαιότερης παραλλαγής της ιστορίας στο σχέδιο της Ιλιάδας.
Προωθώντας την άποψη του Μπάουρα, ο Κερκ φθάνει σε μία νέα σύνθεση στο βιβλίο του the Songs of Homer (1962. σ. 253): «Τα ποικίλα είδη των ανωμαλιών και παραφωνιών στα Ομηρικά έπη έχουν πλέον τώρα μελετηθεί και δείχνουν με αρκετή σαφήνεια ότι τα δύο ποιήματα δεν υπήρξαν ελεύθερη επινόηση ενός ή δύο ξεχωριστών ανθρώπων αλλά σύνθετες δημιουργίες που περιείχαν στοιχεία διαφορετικών εποχών, διαφορετικού ύφους και διαφορετικών πολιτισμών. Αυτό το συμπέρασμα της έρευνας είναι αναντίρρητο και δεν πρέπει ποτέ να παραμεριστεί. Μα απέναντι σ’ αυτό το σχήμα της ανομοιότητας και ποικιλίας πρέπει ίσως να τοποθετηθεί η εντύπωση που δημιουργείται σε κάθε ακροατή ή αναγνώστη παλαιότερης είτε νεώτερης εποχής, ότι καθένα από τα δύο ποιήματα αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ενότητα- ένα αμάλγαμα από διαφορετικά ίσως στοιχεία, τόσο όμως στενά δεμένα μεταξύ τους ώστε να σχηματίζουν έναν νέο, αυτοδύναμο, σκόπιμα και όχι εική και ως έτυχε τεχνουργημένο οργανισμό». Μεταξύ των ενωτικών και των νεοαναλυτικών τοποθετούνται στη γραμματεία του Ομηρικού ζητήματος και οι συμβολές του Σάντεβαλτ (W. Schadewaldt),στις οποίες τεκμηριώνεται η εσωτερική ενότητα της Ιλιάδας, χρησιμοποιείται όμως η μέθοδος των προτύπων δομής. Αναλύοντας τις θέσεις που σήμερα επικράτησαν και τις τάσεις που διαμορφώθηκαν (στο Ομηρικό ζήτημα) από το τέλος της δεκαετίας του 1960 και εξής, ο Α. Τσοπανάκης σημειώνει (Εισαγωγή στον Όμηρο, 1988):
«Η σημερινή φιλολογική έρευνα, εμβαθύνοντας στα μυστικά της προφορικής σύνθεσης των ομηρικών κειμένων και της τεχνικής του έμμετρου λόγου, προσπαθεί να προχωρήσει προς τα παλαιότερα πρότυπα του λόγου (μετρικές φράσεις κ.λ.π.) χωρίς να ασχολείται ιδιαίτερα με την πατρότητα των επών. Το μόνο σημείο στο οποίο μπορούν να συναντηθούν σήμερα ενωτικοί και αναλυτικοί είναι ότι ο Όμηρος χρησιμοποίησε υλικό που είχαν δημιουργήσει παλαιότεροι αοιδοί. Από εκεί και πέρα οι αναλυτικοί θα πουν ότι το χρησιμοποίησε αδέξια, ενώ οι ενωτικοί- με περισσότερο δίκαιο- ότι το αφομοίωσε και χρησιμοποίησε απ’ αυτό ότι του χρειαζόταν κάθε φορά, διαλέγοντας, απορρίπτοντας, αναπλάθοντας και δημιουργώντας ο ίδιος, έτσι που να δώσει κάτι καινούργιο, κάτι που είχε την σφραγίδα της μεγαλοφυΐας γι’ αυτό και φυλάχτηκε με θρησκευτική προσοχή και επιμέλεια πρώτα προφορικά, κι όταν ήλθε η ώρα, γραπτά. Αν ο ίδιος ποιητής συνέθεσε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια (την πρώτη σε νεανική και την δεύτερη σε γεροντική ηλικία) ή αν άλλος το πρώτο και άλλος το δεύτερο έπος, αυτό θα αργήσουμε ίσως να το μάθουμε. Το βέβαιο είναι ότι οι ενδείξεις για την παλαιότητα των επών όσο πάνε γίνονται πυκνότερες. Το πιο δύσκολο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα σαν συνέπεια της προφορικής σύνθεσης και παράδοσης (oral composition, oral tradition) είναι το πότε, το πώς και από ποιους έγινε η πρώτη καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τον Όμηρο τον ίδιο, από έναν εγγράμματο συγγενή ή μαθητή, στον οποίο τα υπαγόρευσε ο ίδιος, ή σε μεταγενέστερη εποχή από εγγράμματους ραψωδούς, οι οποίοι τα είχαν παραβάλει οι ίδιοι από προδρόμους τους με πιστή απομνημόνευση και που είναι δυνατό, θεληματικά ή άθελα, να επέφεραν τροποποιήσεις, προσθήκες και αφαιρέσεις στην αρχική μορφή των επών. Στο σημείο αυτό οι απαντήσεις δεν είναι ακόμη οριστικές ούτε πειστικές και είμαστε υποχρεωμένοι να περιμένουμε. Τα διδάγματα πάντως των ερευνών στη Γιουγκοσλαβία και αλλού έδειξαν ότι και η πιστή μετάδοση και καταγραφή πολλών χιλιάδων στίχων είναι δυνατή».
Ο Όμηρος κι ο Κρόνος.
«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά, έστω κι αν δεν το υποπτεύεται». Jacqueline de Romilly.
Στις δύσκολες στιγμές ο ανθρώπινος νους ζητά από κάπου να πιαστεί. Και τότε, με έκπληξη περισσότερο παρά με ευχαρίστηση, εμείς οι Έλληνες διαπιστώνουμε ότι ένα από τα λίγα κοινά πράγματα από τα οποία οι «ξένοι» αποζητούν ενστικτωδώς να πιαστούν, είναι οι αρχαίοι πρόγονοί μας και η σκέψη τους.
Κείμενα και απόψεις που είχαν γραφεί ή εκφρασθεί σε ανύποπτες στιγμές αποκτούν αίφνης έναν ιδιαίτερο φωτισμό, καθώς επιδιώκουν να στήσουν γέφυρες με το ζοφερό παρόν. Αυτό, όμως, που για τους άλλους είναι προσπάθεια λύτρωσης για μας δεν μπορεί, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, παρά να είναι απορία για το πώς μας βλέπουν κάποιοι και οδύνη για το πόσο λίγο ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν την εικόνα.
Το δέσιμο και η προσπάθεια διατήρησης ζωντανής της επαφής με το ελληνικό πνεύμα δεν είναι μόνο πολιτιστικό, ή στενότερα ακαδημαϊκό, αίτημα. Είναι και βαθύτατα πολιτικό. Σε μια τέτοια οπτική, «οι Έλληνες» ενσαρκώνουν τις αξίες για τις οποίες η ανθρωπότητα- και πάντως σίγουρα η Δύση έχει κάθε λόγο να είναι υπερήφανη, άρα η διαπίστωση της συρρίκνωσης της επιρροής τους στον σημερινό κόσμο ισοδυναμεί με επικίνδυνη οπισθοχώρηση. Αυτή την αφετηριακή σκέψη αντιπαραβάλλουν δύο Αμερικανοί καθηγητές της κλασικής φιλολογίας, με την εμπειρική παρατήρηση ότι οι έτσι νοούμενοι «Έλληνες» είναι στις μέρες μας όλο και λιγότερο γνωστοί και δημοφιλείς. Με τρόπο μάλιστα, μετρήσιμο: στον τεράστιο όγκο κειμένων γύρω από τους αρχαίους (16.168 άρθρα μόνο για μια συγκεκριμένη χρονιά) αντιστοιχεί μια πολύ κακή ποιότητα σχολίων, ένα συνεχώς μειούμενο φοιτητικό ενδιαφέρον κι ένα ολοένα απομακρυνόμενο από τις κλασικές κατευθύνσεις πρόγραμμα πανεπιστημιακών σπουδών. Οι παρατηρήσεις αυτές, που αφορούν κατ’ αρχήν την Αμερική, ισχύουν φαντάζομαι για όλο τον κόσμο και σε κάθε περίπτωση για την Ελλάδα. Η ταύτιση του αρχαιοελληνικού πνεύματος με ένα ολιστικό ήθος ανεξιθρησκείας, διαλόγου, κριτικής και ορθολογικής στάσης, πουθενά ίσως αλλού από όπου στη χώρα που το γέννησε δεν διαψεύδεται σε τέτοιον βαθμό από μια πραγματικότητα κλειστών οριζόντων, στρουθοκαμηλισμού, χρησιμοθηρίας και πολιτισμικής ένδειας. Για τους άντρες και τις γυναίκες που θαυμάζουν, οι Αμερικανοί καθηγητές λένε ότι «σκέφτονται και ενεργούν σαν Έλληνες», κάτι που δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει ν’ αναρωτηθούμε πού πήγαν σήμερα τέτοιου είδους Έλληνες.
Πιο πολύ λοιπόν από τις εξηγήσεις που δίνονται στο βιβλίο για το «ανυπέρβλητο της ελληνικής σκέψης» (μέσα από συχνά συναρπαστικές αναφορές στην Αντιγόνη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια), πιο πολύ κι από τους λόγους για τους οποίους στις μέρες μας, κατά τους συγγραφείς, «σκοτώθηκε ο Όμηρος» (ιδεοληπτικός μοντερνισμός, θεωρητική αερολογία, ισοπεδωτική πολύ-πολιτισμικότητα, τρόπος διδασκαλίας των αρχαίων και γενικότερη εκπαιδευτική δομή), την προσοχή του Έλληνα αναγνώστη φοβούμαι πως αποσπά αυτό που ποτέ δεν λέγεται- ίσως γιατί οι συγγραφείς δεν το ξέρουν ή δεν τολμούν να το πιστέψουν, κι όμως καλύπτει, ως αίσθηση, τα πάντα. Πώς τα καταφέραμε εμείς οι ίδιοι οι απόγονοι των αρχαίων, οι κάτοικοι του τόπου και συνεχιστές της σκέψης τους, να έχουμε τόσο ριζικά διαρρήξει σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής μας (πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής, γλωσσικής, προσωπικής) το νήμα με τα στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς: τη σημασία της «πόλεως», τη διάκριση καλού-κακού, τη συνύπαρξη και ομοθυμία λόγου και πράξης, την αναζήτηση της αλήθειας, τη δικαίωση του μέτρου;
Μάταια οι ελληνιστές μας προτρέπουν τους φοιτητές τους, στα πλαίσια ενός εν πολλοίς ουτοπικού προγράμματος για την έξοδο από το φαύλο κύκλο, να επισκέπτονται την Ελλάδα, αν θέλουν να νιώσουν το πνεύμα της. Το πνεύμα αυτό θα μπορούσαμε να τους πληροφορήσουμε, με ίσα ποσοστά σκληρότητας κι απόδοσης δικαιοσύνης, δεν κατοικεί πια εδώ. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Ή, μήπως, ειδικά για τους ξένους που επισκέπτονται τη χώρα μας, το πνεύμα αυτό είναι ακόμα απτό ή τουλάχιστον, χάρις στη ζωογόνο αφέλεια του μη αυτόχθονα και αυθυποβολή του ανθρώπου που αγαπά, είναι ακόμα αισθητό; Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί η αμείωτη έλξη που συνεχίζει να ασκεί σε έναν ορισμένου είδους προϊδεασμένο επισκέπτη το ελληνικό τοπίο και η ταύτισή του με έναν πνευματικό τόπο; Το συναίσθημα που προκαλεί η ανάγνωση της εντύπωσης του ξένου ταξιδιώτη από μια πατρίδα που αγαπάμε αλλά που καθημερινά μας πληγώνει- «αναψυχή, ειρήνη και φως» -χαρίζει στην αρχή κάποια ανάταση, αλλά σύντομα παίρνει το πάνω χέρι η πίκρα. Η δοκιμασία αυτογνωσίας που πέρασε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 ο Άγγλος λόγιος και περιηγητής κλασικός φιλόλογος και ιερωμένος αρχαιολόγος και ποιητής Πήτερ Λήβι είναι συγκινητική, αλλά και σαν απόμακρη για τον σημερινό Έλληνα αναγνώστη. Φυσικά το νιώθεις- κι ας το ξεχάσαμε εμείς -πως στον τόπο μας «όλη η πραγματικότητα είναι ιστορική». Φυσικά είναι αλήθεια- κι ας μην το είχαμε παρατηρήσει -πως στην Ελλάδα «ο ουρανός δεν είναι μπλε χρώμα, αλλά μπλε φως». Φυσικά ισχύει ότι «τα καλύτερα ελληνικά γραπτά είναι αγνά σαν χυμός λεμονιού»- το πρόβλημα είναι πως είναι ακόμα πιο δυσεύρετα. Φυσικά, υπάρχει -σιωπηλός ωστόσο- ο τύπος του «καλού Έλληνα», όπως τον λέω εγώ, ο σημερινός Γιώργης Παυλόπουλος (δυσκολότερα θα βρεις τον σημερινό Γκάτσο), ο ποιητής φίλος του Σεφέρη τη μέρα που δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, ο Σεφέρης πέθανε. Η Μάρω έκοψε τα ωραία της μαλλιά και τα πέταξε στον τάφο του»), με το ζεστό χαμόγελο, την εξυπνάδα του φωτισμένη από τη μετριοφροσύνη και τη φιλία του εγγυημένη για μια ζωή. Όμως, αυτές είναι στιγμές σπάνιες πια, όχι αιχμές του συλλογικού βίου, δώρα της τύχης χαμένα στον άμορφο σωρό των καθημερινών μας εμπειριών. Μόλις έπεσε η χούντα, ο Λήβι, σαν δείγμα αγάπης για τον τόπο που είχε ξαναβρεί την ελευθερία του, αλλά και έρωτα για τον άνθρωπο που θα συντρόφευε από δω και πέρα τη ζωή του, ξαναταξίδεψε, με τα πόδια, έως τον Λόφο του Κρόνου, αυτό το καταπληκτικό μέρος με τα πεύκα, πάνω από την Ολυμπία. Ελάχιστοι από εμάς που τον διαβάζουμε σήμερα γνωρίζαμε καν την ύπαρξη αυτού του λόφου. Ο δικός μας Κρόνος έχει πια φάει τα παιδιά του. «ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ», τεύχος 140, 10 Νοεμβρίου 2001.
Ο Όμηρος είχε δίκιο.
Ο Όμηρος γνώριζε καλά τη γεωγραφία της Τροίας, λένε Αμερικανοί ερευνητές. Η περιγραφή του Έλληνα ποιητή για τον Τρωικό πόλεμο, συμφωνεί μ’ ένα ξανακοίταγμα της περιοχής ως προς το πώς θα έμοιαζε πριν από 3000 χρόνια.
Στην Ιλιάδα, ο Όμηρος αφηγείται, ως γνωστόν, την πολιορκία και τελικά την κατάκτηση της Τροίας από τον ενωμένο στρατό των ελλήνων βασιλιάδων που επεδίωξαν να πάρουν πίσω τη γυναίκα του Σπαρτιάτη βασιλιά Μενέλαου Ελένη από τον απαγωγέα της, πρίγκιπα της Τροίας Πάρη. Αυτό πιστεύεται ότι έγινε γύρω στο 1250 π.Χ.
Η περιγραφή των μαχών και της πολιορκίας από τον Όμηρο, δίνει αρκετά στοιχεία για τον κάμπο, όπου βρίσκονταν η Τροία. Αργότερα, τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο Έλληνας ιστορικός Στράβων αναφέρει στο βιβλίο του «Γεωγραφικά» ότι στην εποχή του η Τροία ήταν γνωστή ως νέο «Ίλιον».
Η αρχαία Τροία εικάζεται ότι βρίσκονταν στο λόφο Χισαρλίκ της σημερινής Τουρκίας. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές αποκάλυψαν τα ερείπια μιας πόλης εκεί. Στην πραγματικότητα βρέθηκαν πολλές αρχαίες Τροίες, καθώς η πόλη αυτή καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε αρκετές φορές από το 3000 π.Χ. Αυτά τα ερείπια κείτονται σήμερα στην άκρη ενός οροπεδίου, που δεσπόζει πάνω από μια πεδιάδα, που την πλημμυρίζει με άμμο, λάσπη και βάλτους ένα ορμητικό ποτάμι.
Όταν πρωτοχτίστηκε η Τροία, γύρω στο 3000 π.Χ., όπως υποστηρίζει ο Τζων Κραφτ και οι συνεργάτες του στο πανεπιστήμιο Ντελάγουερ του Νιούαρκ, βρίσκονταν στα παράλια ενός μεγάλου κόλπου, που κάλυπτε το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής πεδιάδας.
Σήμερα, πάντως, το τοπίο της Τροίας δείχνει τελείως διαφορετικό. Με τον καιρό η λάσπη που κατέβαζαν οι ποταμοί Σιμόεις και Σκάμανδρος (γνωστοί σήμερα ως Ντουμρέκ Σου και Καρά Μεντερές), που χύνονται στον κόλπο, μετακίνησε την ακτογραμμή των Δαρδανελίων αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα, αφήνοντας την πόλη της Τροίας σαν παλιό ναυάγιο πίσω στην ξηρά.
Οι ερευνητές ανιχνεύουν τις αλλαγές αυτές μέσα στο χρόνο, χρησιμοποιώντας ραδιοάνθρακα, με τον οποίο χρονολογούν τα απολιθώματα που βρίσκουν στα ιζήματα της πεδιάδας. Η ανάλυση αποκάλυψε πως, σε διάφορες εποχές, το έδαφος υπήρξε βάλτος, λιμνοθάλασσα, ή ακόμα νωρίτερα, ένας πλημμυρισμένος κόλπος. Η έρευνα ξεκίνησε το 1977 με διευθυντή το συνεργάτη του Κραφτ, Ιλάν Καγιάν του πανεπιστημίου «Αιγαίο» της Σμύρνης.
Ο ελληνικός στρατός, μας λέει ο Όμηρος, στρατοπέδευσε στην ακτή του Αιγαίου, δυτικά της Τροίας και οι πολεμιστές έσυραν τα πλοία τους «στην παραλία της φουρτουνιασμένης θάλασσας, αρκετά μακριά από το πεδίο της μάχης». Η ομάδα του Κραφτ υπολογίζει πως το στρατόπεδο των Ελλήνων στήθηκε κατά μήκος του ακρωτηρίου, δυτικά της περιοχής που βρίσκονταν κάποτε ο κόλπος της Τροίας και οι Έλληνες το υπερασπίζονταν με μια «βαθιά τάφρο» στο νότιο μέρος, που εμπόδιζε τους Τρώες να προωθηθούν στο στενόμακρο αυτό ακρωτήριο, που έμοιαζε με δάχτυλο γης.
Οι ερευνητές επίσης εντόπισαν το πέρασμα του «καλίρροου» ποταμού Σκαμάνδρου. Εδώ, σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Αχιλλέας έσπασε τη γραμμή των Τρώων και τους απώθησε πάνω στις απότομες όχθες του ποταμού, μέσα στα βαθιά ορμητικά νερά. Την εποχή του Στράβωνα, προφανώς η πεδιάδα ήταν περισσότερο φαρδιά προς τα βόρεια, έτσι που το ακρωτήριο δεν ήταν πια εμφανές και οι δύο ποταμοί μπορούσαν να ρέουν μαζί, προτού εκβάλουν στον υποχωρούντα κόλπο.
Τα ευρήματα της ομάδας δείχνουν ότι η κρίση του Στράβωνα ήταν εξαιρετικά ακριβής, όταν μιλούσε για τη γεωγραφία του Τρωικού πολέμου. Συνειδητοποίησε πως η απόθεση προσχώσεων άλλαξε την ακτή από την εποχή του Ομήρου και μετά και, φαίνεται ότι υπέθετε σωστά, όταν δήλωνε ότι το στρατόπεδο των Ελλήνων και ο σταθμός των πλοίων βρίσκονταν «20 στάδια» (γύρω στα 4 χλμ.) μακριά από το Ίλιον.
Χειρόγραφη παράδοση. Κώδικες-Εκδόσεις.
Τα Ομηρικά κείμενα, όπως τα έφερε στην Αθήνα ο Ίππαρχος τον 6ο π.Χ. αιώνα (Πλατ. Ιππαρχ. 228 Β), όπως τα ταξινόμησε ο Πεισίστρατος (Κικερ. De Oratore III, 137)και όπως τα διαμόρφωσαν οι φιλόλογοι του Μουσείου της Αλεξάνδρειας, σώθηκαν σε πολλούς κώδικες, από περγαμηνή ή χαρτί, του 10ου ή 11ου αιώνα κ.εξ. Αποσπάσματα, μερικά από τα οποία αποτελούν ραψωδίες ολόκληρες, σώθηκαν επίσης σε παπύρους, περγαμηνές και άλλα υλικά της ελληνορωμαϊκής περιόδου, που ανακαλύφθηκαν τα τελευταία 70 χρόνια. Επίσης επί λέξει χωρία από τον Όμηρο παρατίθενται σε έργα αρχαίων συγγραφέων από το 530 π.Χ. κ.εξ., καθώς και σε αρχαιολογικά αντικείμενα. Πολλοί κώδικες περιλαμβάνουν και σχόλια που αποδίδονται στους μεγάλους φιλολόγους του Μουσείου της Αλεξανδρείας, όπως στον Ζηνόδοτο τον Εφέσιο (4ος -3ος π.Χ. αιώνας), τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (3ος-2ος αιώνας), τον Αρίσταρχο τον Σαμόθρακα (3ος-2ος π.Χ. αιώνας) κ.ά. Οι φιλόλογοι αυτοί και οι διάδοχοί τους ασχολήθηκαν με μορφολογικά, λεξιλογικά και ερμηνευτικά προβλήματα και είναι οι πρώτοι που επιχείρησαν κριτική έκδοση του Ομήρου παραβάλλοντας πάμπολλα χειρόγραφα που είχαν συλλέξει στο Μουσείο από όλο τον ελληνικό κόσμο.
Εκτός από τα σχόλια, σώθηκαν και «υπομνήματα», δηλαδή μελέτες φιλολογικών προβλημάτων, που έγραψαν φιλόλογοι της πτολεμαϊκής και της ρωμαϊκής εποχής. Τα βυζαντινά λεξικά και το «Παρεκβολαί εις την Ομήρου Ιλιάδα και Οδύσσειαν» του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου (12ος αιώνας) αποτελούν πολύτιμες πηγές σχολίων στον Όμηρο, που οφείλονται σε χαμένα συγγράμματα προγενέστερων λεξικογράφων και λογίων. Τέλος, σχόλια στον Όμηρο υπάρχουν και σε αρχαίους συγγραφείς, ιδίως στους πρώιμους από τον Αρχίλοχο ως τον Πίνδαρο, καθώς και στους Λατίνους συγγραφείς.
Οι σπουδαιότεροι κώδικες της Ιλιάδας είναι ο Venetus 454 (A) του 10ου ή 11ου αιώνα, ο Venetus 453 (Β) του 11ου αιώνα και ο Townleianuw (T) του Βρετανικού Μουσείου (όλοι με σχόλια). Της Οδύσσειας οι σπουδαιότεροι κώδικες είναι ο Laurentianus 32,24 (L) του 10ου-11ου αιώνα, ο Laurentianus Covv. Soppr. 52 (L) του 11ου αιώνα, ο Palatinus 45 (Pal) του 1201, ο Parisinus 2403 (P) κ.ά.
Η edition princes του Ομήρου έγινε στη Φλωρεντία από τον Δημήτριο Χαλκοκονδύλη το 1488 και ακολούθησε η έκδοση του ΄Αλδου Μανούτιου στη Βενετία το 1504. Προηγήθηκαν απόπειρες μετάφρασης του Ομήρου στα Λατινικά από τους Lorenzo Valla και Francesco Aretino.
Με την ανάπτυξη της φιλολογικής επιστήμης, την αύξηση του ενδιαφέροντος για την αρχαιότητα και την πρόσβαση σε περισσότερα χειρόγραφα, οι εκδόσεις του Ομήρου πολλαπλασιάστηκαν.
Άλλα έργα του Ομήρου. Στα χειρόγραφα του Ομήρου παραδόθηκαν με το όνομά του, εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, 34 Ύμνοι ή Προοίμια, σε εξάμετρους στίχους, που ο καθένας περιέχει έναν ύμνο προς έναν θεό (εις Απόλλωνα, εις Αφροδίτην, εις Ερμήν κ.λ.π.). Για τον Ύμνον εις Απόλλωνα υπάρχει μαρτυρία του Θουκυδίδη (3,104) ότι είναι μεταγενέστεροι του Ομήρου και χρονολογούνται στον 7ο ή 6ο αιώνα.
Στον Όμηρο αποδίδεται επίσης το έπος Μαργίτης και Βατραχομυομαχία.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία.
1) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 85 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Οδύσσεια. Τόμος 5ος, ραψωδίες ρ,σ,τ,υ. Εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος.
2) Όμηρος, Οδύσσεια, ραψωδίες α-μ. Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης. Εκδόσεις Καστανιώτη.
3) Ομήρου Οδύσσεια. Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη-Ι. Κακριδή. Βιβλιοπωλείο της «Εστίας».
4) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 92 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Ιλιάς. Τόμος 6ος, ραψωδίες Φ, Χ, Ψ, Ω. Εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος.
5) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 90 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Ιλιάς. Τόμος 4ος, ραψωδίες Ν, Ξ, Ο ,Π. Εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος.
6) Ομήρου Οδύσσεια, (μετάφραση: Ζ. Σίδερη). Σχεδιασμός της διδασκαλίας και ερμηνευτική προσέγγιση. Γ. Μ. Ιγνατιάδης-Λ. Κακουλίδης, Δ. Κωνσταντινίδης-Μ. Μαυραγάνη. Εκδόσεις Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1992, β΄ έκδοση.
7) Denys L. Page, Η Ομηρική Οδύσσεια. Μετάφραση: Κρίτωνα Πανηγύρη. Εκδόσεις Παπαδήμα.
8) Προομηρικά Ομηρικά Ησιόδεια, Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου 13. Διευθυντής Ι. Θ. Κακριδής. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.
9) Ομηρικές έρευνες, Ι. Θ. Κακριδή. Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου. Διευθυντής Ι. Θ. Κακριδής. Αρ. 4. Γ΄ Έκδοση. Βιβλιοπωλείο της «Εστίας». Αθήνα 1984.
10) Ομηρικά Θέματα, Ι. Θ. Κακριδή. Από τον κόσμο των Αρχαίων 1. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας».
11) Το μήνυμα του Ομήρου. Ι. Θ. Κακριδής. Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου 14. Διευθυντής Ι. Θ. Κακριδής. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.
12) Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο. Ι. Θ. Κακριδής. Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου 11. Διευθυντής Ι. Θ. Κακριδής. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.
13) “The Iliad: A commentary”.General Editor G. S. Kirk. Volume I: books 1-4.
14) Όμηρος. Μεγάλοι δάσκαλοι. Τζάσπερ Γκρίφφιν. Εκδόσεις Αποσπερίτης.
15) «Εισαγωγή στον Όμηρο». Fausto Codino. Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα.
16) Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία. Όμηρος-Σαπφώ-Σοφοκλής. Μετάφραση-Επίμετρο Δ.Ν.Μαρωνίτης. Εκδόσεις «Διάττων».
17) Όμηρος και Μυκήνες. Martin P. Nilsson. Μετάφραση Ι.Κ.Μαζαράκης Αινιάν. Εκδόσεις «Δωδώνη».
18) A commentary on Homer’s Odyssey. Volume I. Introduction and Books i-viii. Alfred Heubeck, Stephanie West, J.B.Hainsworth. Εκδόσεις Larendon Paperbacks.
19) A commentary on Homer’s Odyssey. Volume III. Books XVII-XXIV. Joseph Russo, Manuel Fernandez-Galiano, Alfred Heubeck. Εκδόσεις Larendon Paperbacks.
20) A commentary on Homer’s Odyssey. Volume II. Books IX-XVI. Alfred Heubeck, Arie Hoekstra. Εκδόσεις Larendon Paperbacks.
21) Βαγγέλης Πανταζής. «Ομηρική γεωγραφία και ομηρική εποχή». 1. Ο εξομηρισμός της αρχαίας Ελλάδας και Το πρόβλημα των Μυκηνών. Εκδόσεις Καστανιώτη.
22) Σχέδιο και τεχνική της Ιλιάδας. Όλγας Κομνηνού- Κακριδή. Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου. Διευθυντής Ι. Θ. Κακριδής. Αρ. 6. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε. Αθήνα 1993.
23) Αναζήτηση και Νόστος του Οδυσσέα. Η διαλεκτική της Οδύσσειας. Δ. Ν. Μαρωνίτης. Εκδόσεις Κέδρος. Έβδομη έκδοση.
24) Παναγή Λορεντζάτου. Ομηρικόν Λεξικόν μετά εικόνων. Εκδόσεις Κακουλίδη. Γ΄ Έκδοσις.
25) Denys L. Page, Η Ιλιάς και η Ιστορία. Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα.
26) James M. Redfield, Η τραγωδία του Έκτορα. Φύση και πολιτισμός στην Ιλιάδα. Εκδόσεις ΕΥΡΥΑΛΟΣ.
27) Όμηρος, Jacoqueline de Romilly. Η πυξίδα των συγχρόνων γνώσεων. Εκδόσεις Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος.
28) Μαρία Σαμαρά, Προγραμματισμός της διδασκαλίας του Ομήρου στη Β΄ Γυμνασίου.
29) Wolfgang Schadewaldt, Από τον κόσμο και το έργο του Ομήρου. Α΄ τόμος. Το ομηρικό ζήτημα. Μτφρ. Φάνης Κακριδής. Γ΄ Έκδοση. Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1994.
30) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 84 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Οδύσσεια. Τόμος 4ος , ραψωδίες ν, ξ, ο, π. Εκδόσεις «Κάκτος».
31) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 82 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Οδύσσεια. Τόμος 2ος , ραψωδίες ε, ζ, η, θ. Εκδόσεις «Κάκτος».
32) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 86 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Οδύσσεια. Τόμος 6ος , ραψωδίες φ, χ, ψ, ω. Εκδόσεις «Κάκτος».
33) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 88 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Ιλιάς. Τόμος 2ος, ραψωδίες Ε, Ζ, Η, Θ. Εκδόσεις «Κάκτος».
34) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, 81 «Οι Έλληνες», Όμηρος, Οδύσσεια. Τόμος 1ος, ραψωδίες α, β, γ, δ. Εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος.
35) ΟΜΗΡΟΣ, A companion to Homer. A. Wace & Fr. Stubbings. Εκδόσεις Καρδαμίτσα.
36) Όμηρος, Ιλιάς. 87 «Οι Έλληνες», ραψωδίες Α-Δ. Εκδόσεις «Κάκτος».
37) «Εισαγωγή στον Όμηρο». Αγαπητός Γ. Τσοπανάκης. Έκδοση διορθωμένη. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε.
38) Wolfgang Schadewaldt, Από τον κόσμο και το έργο του Ομήρου. Β΄ τόμος. Ομηρικές σκηνές. Μτφρ. Φάνης Ι. Κακριδής. Γ΄ Έκδοση. Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1989.
39) Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα».
40) Εγκυκλοπαίδεια «Δομή».
41) Internet explorer.